Νιώθεις μόνος; Νίκησες!

Το να δηλώσεις άγνοια στις μέρες μας ισοδυναμεί με το να παραδέχεσαι ότι είσαι άσχετος, βαρετός και μονότονος. Αν παρατηρήσει κανείς τον δημόσιο και ιδιωτικό μας περίγυρο με μια έστω στοιχειώδη ψυχολογική ματιά, θα διαπιστώσει πως έχουμε εγκλωβιστεί σε έναν νευρωτικό καταναγκασμό: την υποχρέωση να φέρουμε μια έτοιμη, απόλυτη και αδιαπραγμάτευτη άποψη για τα πάντα. Το «δεν γνωρίζω» έχει καταργηθεί από το λεξιλόγιό μας. Κανείς, πλέον, δεν δικαιούται να μην ξέρει.

Ζούμε στην εποχή της λογοδιάρροιας και της υποχρεωτικής βεβαιότητας. Από τα πολύπλοκα γεωπολιτικά παίγνια και τις πανδημικές κρίσεις, μέχρι την ανάλυση της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης, τα μικροοικονομικά μοντέλα και τη νομική επιστήμη, η κοινωνία έχει γεμίσει από ειδήμονες της στιγμής. Η πληροφορία είναι άμεσα διαθέσιμη και η ψευδαίσθηση ότι η ανάγνωση ενός τίτλου άρθρου ισοδυναμεί με κατάκτηση της γνώσης, έχει δημιουργήσει στρατιές παντογνωστών.

Αυτή η πληθωριστική παραγωγή γνώμης συνοδεύεται, μάλιστα, από έναν επιβεβλημένο και ακραίο συναισθηματισμό. Το συναίσθημα έχει μετατραπεί σε εργαλείο κοινωνικής επικύρωσης. Αν η άποψή σου δεν πλαισιώνεται από δημόσια οργή ή από μια θεατρική επίδειξη απόλυτης συντριβής και πένθους, κινδυνεύεις να χαρακτηριστείς απαθής, συνένοχος ή απλώς, αόρατος. Αν δεν φωνάζεις, δεν υπάρχεις. Το βλέπεις παντού γύρω σου. Βλέπεις, για παράδειγμα, να λέει ο διαγωνιζόμενος ενός ριάλιτι στους κριτές ότι το τραγούδι που τραγούδησε ήταν για να εκφράσει τα παιδιά στο Τζιμπουτί, ο οπερατέρ να κάνει κοντινό στην κριτή που έχει ήδη βουρκώσει, εκείνη να σηκώνεται για να τον πάρει μια βαθιά συγκινημένη αγκαλιά και το κοινό να ξεσπά σε χειροκροτήματα. Το βλέπεις και λες… τι στο διάολο ήταν τώρα αυτό;

Αν ξύσουμε, όμως, αυτή την επιφάνεια του θορύβου, δεν θα βρούμε ούτε γνώση, ούτε πραγματική ενσυναίσθηση, ούτε συμπόνια. Θα βρούμε μόνο τη ναρκισσιστική αγωνία του σύγχρονου ανθρώπου να πείσει τους άλλους –και κυρίως τον εαυτό του– ότι έχει υπόσταση. Ψάχνουν όλοι απεγνωσμένα να εκβιάσουν λίγη προσοχή.

Εδώ έγκειται και η τραγωδία της εποχής μας: στο γεγονός ότι επιβραβεύει την αλαζονεία της ημιμάθειας. Ένας καλλιεργημένος και σοβαρός άνθρωπος, που έχει αφιερώσει χρόνο στην παρατήρηση, τη μελέτη και την εσωτερική αναζήτηση, γνωρίζει καλά πως ο κόσμος είναι τρομακτικά σύνθετος. Αντιλαμβάνεται τις γκρίζες ζώνες, τις κρυφές μεταβλητές, τις χαώδεις αντιφάσεις της ανθρώπινης φύσης. Η σιωπή του απέναντι σε ένα σοβαρό ζήτημα δεν είναι κενό· είναι ο απαραίτητος χώρος που αφήνει για να επεξεργαστεί την πληροφορία. Είναι ένδειξη σεβασμού απέναντι στην αλήθεια. Προφανώς και ένας τέτοιου επιπέδου άνθρωπος δε θα μπορούσε να συμμετέχει στο παράδειγμα του ριάλιτι που ανέφερα παραπάνω.

Ο ο άνθρωπος που στερείται βάθους και κριτικής σκέψης, τρομάζει μπροστά στην αβεβαιότητα. Η άγνοιά του μεταφράζεται σε θράσος, δίνοντάς του την απόλυτη σιγουριά. Όσο λιγότερα καταλαβαίνει για ένα θέμα, τόσο πιο φανατικά το υποστηρίζει.

Η απόδειξη αυτής της ρηχότητας εκτυλίσσεται καθημερινά μπροστά μας, με έναν τρόπο που αγγίζει τα όρια του κωμικοτραγικού, κυρίως μέσα από τους κοινωνικούς χαμαιλέοντες που μας περιτριγυρίζουν. Αρκεί να βρεθείς σε ένα συνηθισμένο τραπέζι ή σε μια καφετέρια, απέναντι σε ανθρώπους που μέσα σε λίγα λεπτά έχουν αναλύσει και επιλύσει τα μεγαλύτερα δομικά προβλήματα του πλανήτη. Μιλούν με πάθος, κουνάνε το δάχτυλο, μοιράζουν ευθύνες με απόλυτη βεβαιότητα. Αν, όμως, εκείνη τη στιγμή τολμήσεις να διαρρήξεις τη φούσκα τους και να πεις με ψυχραιμία: «Παιδιά, πρόκειται για ένα θέμα με τόσες παραμέτρους και τόσα επίπεδα που αγνοούμε, που πραγματικά είναι αδύνατον να έχουμε μια ξεκάθαρη και ασφαλή άποψη», η αντίδρασή τους αποκαλύπτει όλη την υποκρισία τους.

Το πιο πιθανό είναι ότι δεν θα υπερασπιστούν το πάθος με το οποίο μιλούσαν μέχρι πριν από ένα δευτερόλεπτο. Θα προσαρμοστούν ακαριαία σαν χαμαιλέοντες, και θα γνέψουν συγκαταβατικά: «Ε, μα φυσικά. Τι λέμε τόση ώρα; Είναι αδύνατον να ξέρεις». Αυτή η αστραπιαία μεταστροφή είναι ανατριχιαστική. Οικειοποιούνται τη δική σου οπτική επειδή ακούστηκε πιο βαθιά, πιο σοβαρή. Συμφωνούν μαζί σου, όχι επειδή το πιστεύουν, αλλά από τον απόλυτο πανικό μήπως, μπροστά στη δική σου μετριοπάθεια, η δική τους απόλυτη γνώμη φανεί γραφική και αμόρφωτη. Οι φωνές τους δεν ήταν ποτέ προϊόν σκέψης. Ήταν απλώς μια απεγνωσμένη προσπάθεια επιβεβαίωσης.

Αυτή η ίδια απεγνωσμένη ανάγκη κρύβεται και πίσω από την επιδημία της πρόχειρης ψυχανάλυσης. Βλέπεις ανθρώπους που η μόνη τους επαφή με την επιστήμη είναι κάποιο βιντεάκι τριάντα δευτερολέπτων στο TikTok, να έχουν μετατραπεί σε αυθεντίες της κλινικής διάγνωσης. Κάθονται απέναντί σου και πετάνε όρους όπως «τοξικός», «ναρκισσιστής», «gaslighting» και «ανεπίλυτο τραύμα», για να περιγράψουν απλώς το γεγονός ότι ο σύντροφός τους διαφώνησε μαζί τους ή ότι ο συνάδελφος δεν τους είπε καλημέρα. Το επιστημονικό λεξιλόγιο έχει ευτελιστεί και η απόλυτη άγνοια ντύνεται με δήθεν βαρύγδουπη ιατρική ορολογία, απλώς για να νιώσουν ότι ελέγχουν το αφήγημα και ότι είναι τα αιώνια, αλάνθαστα θύματα.

Την ίδια φτήνια συναντάς και στον ψηφιακό ακτιβισμό της μίας μέρας. Συμβαίνει μια παγκόσμια τραγωδία, ένας πόλεμος, μια καταστροφή. Μέσα σε λίγες ώρες, το διαδίκτυο γεμίζει από μαυρισμένα προφίλ, δακρύβρεχτα αποφθέγματα και σημαίες χωρών που οι περισσότεροι δεν ξέρουν καν να δείξουν στον χάρτη. Νιώθουν την καταναγκαστική υποχρέωση να κάνουν μια ανάρτηση, να δείξουν δημόσια ότι «συμπάσχουν», τρέμοντας μήπως το ψηφιακό δικαστήριο τους κατηγορήσει για σιωπή. Είναι ένας ακτιβισμός του καναπέ, ρηχός και απόλυτα εγωκεντρικός. Και ακριβώς είκοσι τέσσερις ώρες μετά, η παγκόσμια θλίψη εξατμίζεται αθόρυβα, για να δώσει τη θέση της στην επόμενη ανάρτηση με τη φωτογραφία από το κυριακάτικο brunch τους ή τη συναυλία που πήγαν στους Metallica.

Και φυσικά, ο παραλογισμός κορυφώνεται στα επαγγελματικά δίκτυα τύπου Linkedin, εκεί που η ματαιοδοξία συναντά την απόλυτη κενολογία. Βλέπεις ανθρώπους να μετατρέπουν μια εντελώς κοινή και συνηθισμένη στιγμή –όπως το ότι έχασαν το λεωφορείο ή ότι ήπιαν έναν καφέ με τον διευθυντή τους– σε ένα κατεβατό δέκα παραγράφων για την «ηγεσία», την «ανθεκτικότητα» και το νόημα της ζωής. Και από κάτω, δεκάδες άλλοι πρόθυμοι κομπάρσοι χειροκροτούν αυτή την ανοησία, γράφοντας «Εξαιρετική τοποθέτηση!» και «Πόσο αληθινό!». Ένα θέατρο του παραλόγου, όπου όλοι προσποιούνται ότι παράγουν σοφία, ενώ στην πραγματικότητα απλώς ικανοποιούν τον επαγγελματικό τους ναρκισσισμό.

Όλο αυτό το στημένο θέατρο, αυτή η κακή παράσταση, δεν προκαλεί απλώς κούραση. Για τον άνθρωπο που διατηρεί τον εσωτερικό του πυρήνα ανέπαφο και το μυαλό του σε εγρήγορση, προκαλεί έναν βαθύ, υπαρξιακό πνιγμό. Αρχίζεις να νιώθεις ξένος μέσα στην ίδια σου την καθημερινότητα. Βλέπεις τις ανθρώπινες σχέσεις να εκπίπτουν σε ανταλλαγές δανεικών απόψεων και υποκριτικών, «κονσερβοποιημένων» συναισθημάτων, και νιώθεις μια ενστικτώδη αηδία. Αναρωτιέσαι πώς είναι δυνατόν όλοι να συμμετέχουν τόσο πειστικά σε αυτή τη συλλογική φάρσα, χωρίς να καταλαβαίνουν πόσο γελοίοι γίνονται.

Φτάνεις στο σημείο να λες μέσα σου μετριοπαθή άνθρωπε «δεν γίνεται να είναι όλοι λάθος και εγώ να είμαι ο σωστός». Είναι η στιγμή που το φέρνεις στο τραπέζι να το συζητήσεις με τον ψυχοθεραπευτή σου, αφού το νιώθεις βαθιά το πρόβλημα της μοναξιάς, ακόμα και όταν δεν βρίσκεσαι ποτέ μόνος σου.

Εδώ βρίσκεται το τραγικό της υπόθεσης: η στιγμή που το βάρος της κριτικής σκέψης μοιάζει με κατάρα. Καθώς αρνείσαι να ενδώσεις στον εκβιασμό της εύκολης άποψης, κάνεις ένα μοιραίο, αλλά αναπόφευκτο βήμα προς τα πίσω. Μέσα σε όλες αυτές τις σκέψεις και την απελπισία υπάρχει η πιθανότητα να πείσεις τον εαυτό σου ότι τελικά φταις εσύ που είσαι μόνος σου. Πως κάτι θα πρέπει να αλλάξεις για να γίνεις αρεστός από τον περίγυρο, για να μπορέσουν να «αντέξουν» την ευφυΐα σου, την απλότητά σου, την ειλικρίνεια και την ευθύτητά σου. Αυτά ίσως να στα συμβουλέψει και ο ίδιος ο ψυχολόγος σου.

Όταν όμως συνειδητοποιείς σε τι καταστροφική λούπα πας να πέσεις, τι κάνεις; Επιλέγεις τη σιωπή. Επιλέγεις την αποχή. Και εκεί ακριβώς, σε αυτό το βήμα προς τα πίσω, γεννιέται μια σιωπηλή, βαριά μοναξιά, η οποία μετατρέπεται πλέον σε μια καθαρή πράξη αντίστασης.

Δεν πρόκειται για τη μοναξιά του μισάνθρωπου, ούτε για την απομόνωση του ελιτιστή που νιώθει εγωιστικά ανώτερος και υπερόπτης. Είναι η επιβεβλημένη εξορία του ανθρώπου που ασφυκτιά μέσα στο ψέμα. Είναι το οδυνηρό, αλλά απολύτως απαραίτητο τίμημα του να παραμένεις αυθεντικός σε μια κοινωνία που τρέφεται από φθηνά αντίγραφα. Όταν το να ανήκεις σε μια παρέα, σε έναν διαδικτυακό διάλογο ή σε μια επαγγελματική κλίκα προϋποθέτει να ακρωτηριάσεις την κριτική σου ικανότητα, να καταπιείς την αξιοπρέπειά σου και να φορέσεις τη μάσκα του παντογνώστη, ο άνθρωπος με αξίες θα επιλέξει συνειδητά να μην ανήκει. Θα προτιμήσει την καθαρότητα της απομόνωσής του από τη σαπίλα της μάζας.

Ίσως τελικά, η μόνη πραγματική διέξοδος απέναντι σε όλο αυτόν τον θόρυβο, να μην είναι η διαρκής αντιπαράθεση. Ίσως η λύση να είναι η ριζική αποδοχή αυτής της απόστασης. Να σταματήσουμε να αντιμετωπίζουμε τη μοναξιά μας ως σύμπτωμα αδυναμίας ή κοινωνικής αποτυχίας, και να την αγκαλιάσουμε ως αυτό που πραγματικά είναι.

Μόλις, όμως, κατακτήσεις αυτή τη μοναξιά, η απομόνωση παύει να είναι αυτοσκοπός. Μετατρέπεται στο αυστηρό φίλτρο που θα σε οδηγήσει στα περιβάλλοντα που πραγματικά σε γεμίζουν. Διάβαζε βιβλία. Ψάξε να βρεις κοινά ενδιαφέροντα μέσα από ανθρώπους που διαβάζουν τα ίδια βιβλία με εσένα, παρόμοια άρθρα. Όταν χάνεστε στις ίδιες σελίδες, είναι εξαιρετικά πιθανό να μοιράζεστε και τους ίδιους, βαθιούς προβληματισμούς. Είναι εξαιρετικά πιθανό να ταιριάξετε ψυχικά. Και τότε, ξαφνικά, αυτό το «πρόβλημα» της μοναξιάς θα αρχίσει να λύνεται από μόνο του – όχι εκβιαστικά, αλλά αβίαστα και ουσιαστικά.

Ίσως, τελικά, αυτός να είναι και ο μοναδικός λόγος που δημιουργήθηκε αυτό το blog.


Psychanic

Σχόλια

Σχολιάστε