Αγάπη δεν είναι να θυσιάζεσαι: Το πιο σκληρό μάθημα, μας το έδωσαν οι γονείς μας!

Εδώ θα κάνω μια απόπειρα να εξηγήσω ανθρώπινες συμπεριφορές που όλοι συναντάμε, είτε στον εαυτό μας είτε στους άλλους. Συμπεριφορές που είναι τόσο καλά καμουφλαρισμένες κάτω από «λογικές» δικαιολογίες, που είναι σχεδόν αδύνατο να τις ερμηνεύσεις με απλά λόγια. Όμως, αν δεν ονομάσεις το θηρίο, δεν μπορείς να το νικήσεις. Ας προσπαθήσουμε, λοιπόν, να δούμε πίσω από τη μάσκα.


Πρόσφατα ένας πολύ δικός μου άνθρωπος μου ανοίχτηκε.

Μου μιλούσε για τα παιδικά του χρόνια και τα μάτια του ήταν έτοιμα να πλημμυρίσουν δάκρυα. Ακόμα και τώρα, μετά από τόσο καιρό, δυσκολεύεται να βρει τις λέξεις για να εκφράσει αυτό που νιώθει. Όμως, γνωρίζοντας την πορεία του μέσα στα χρόνια, έπειτα απο ατελείωτες συζητήσεις και παρέα δεν χρειάζομαι λέξεις. Τον καταλαβαίνω απόλυτα και τον συμπονώ βαθιά.
Για να μην τον στοχοποιήσω θα προσπαθήσω να είμαι γενικός και να μήν κατονομάζω. Παρόλα αυτά θα είμαι συγκεκριμένος ωστε να είμαι και κατανοητός.

Ακούγοντάς τον λοιπόν, έκανα μια ενδοσκόπηση και συνειδητοποίησα ένα δικό μου, παλιό σφάλμα. Προσπαθούσα επίμονα και για καιρό να του περάσω την ιδέα πως πρέπει να πάρει όλη την παλιά του ζωή, με όλα εκείνα τα τραύματα στην ψυχή, και να τα πετάξει στα σκουπίδια. Να τα διαγράψει.

Ήταν λάθος.

Το παρελθόν δεν διαγράφεται. Καταλαβαίνω πλέον πως το πιο υγιές δεν είναι να προσπαθείς να το πετάξεις, αλλά να το αφήσεις απλώς πίσω, σε μια ήσυχη γωνιά του μυαλού σου. Σαν ένα παλιό, φθαρμένο βιβλίο στη βιβλιοθήκη. Να μπορείς να το κοιτάς, να το ανοίγεις, να συζητάς γι’ αυτό και να νιώθεις άνετα. Να μην σε στοιχειώνει, ούτε να καθορίζει το «σήμερα» σου, αλλά να σε κάνει να νιώθεις περήφανος για το πόσο μακριά έχεις φτάσει.

Το να βλέπεις έναν άνθρωπο, που μεγάλωσε πιστεύοντας πως δεν έχει καμία απολύτως αξία, να μεταμορφώνεται και να χτίζει από το μηδέν μια πηγή δύναμης μέσα του, είναι κάτι σπάνιο. Δεν το συναντάς συχνά. Ο λόγος; Πρώτον, γιατί πρόκειται για μια εξαιρετικά επίπονη και κυρίως μοναχική διαδικασία. Και δεύτερον, γιατί αυτός που δημιουργεί αυτή τη νέα αξία στο κεφάλι του, είναι σχεδόν αδύνατο να την πιστέψει αμέσως. Ακόμα κι αν ξέρει λογικά πόσο έχει προχωρήσει, δυσκολεύεται να συνειδητοποιήσει τη νέα του πραγματικότητα. Συνήθως, χρειάζεται ένα δυνατό σοκ, ένα γερό ταρακούνημα από τη ζωή, για να καταλάβει ποιος πραγματικά είναι πια.

Τον άκουσα λοιπόν. Εκείνος άδειαζε την ψυχή του κι εγώ σώπαινα, αφουγκραζόμενος το βαθύ του παράπονο.

Αν κάνουμε μια απόπειρα να δούμε αυτή την κατάσταση λίγο πιο αποστασιοποιημένα, θα καταλάβουμε γιατί τόσοι άνθρωποι γύρω μας ασφυκτιούν. Ίσως κι εσύ που διαβάζεις αυτή τη στιγμή, το ζείς αλλά δεν ξέρεις τι ακριβώς είναι. Χωρίς να χρησιμοποιήσω βαριά ψυχολογική ορολογία, θα προσπαθήσω να ξεκαθαρίσω το τοπίο:

Πολλοί άνθρωποι κουβαλούν ασυνείδητα το βάρος του «διασώστη». Γίνονται οι ίδιοι οι γονείς της οικογένειάς τους. Οι ίδιοι ανθρωποι -ως ενήλικες πια- έχουν τώρα την ανάγκη να τραβήξουν τις οικογένειές τους μπροστά, να τους σώσουν και να τους εξελίξουν. Αυτή η συμπεριφορά πηγάζει από μια κρυφή, υποσυνείδητη ελπίδα: «Αν τους σώσω, ίσως επιτέλους κερδίσω την αναγνώρισή τους».

Αυτό ξεκινάει από μια πολύ συγκεκριμένη πληγή: τη συναισθηματική παραμέληση. Είναι η σκληρή συνειδητοποίηση ότι, ως παιδί, δεν έλαβες ποτέ την αγάπη, την ασφάλεια και την προσοχή που είχες ανάγκη. Είναι ίσως το πιο δύσκολο τραύμα, γιατί δεν αφορά τις κακές πράξεις που σου έκαναν, αλλά όλα εκείνα τα καλά που δεν έκαναν ποτέ.

Έτσι, γεννιέται ένα συνεχές, ασαφές πένθος. Ένα πένθος για κάτι που δεν πέθανε, αλλά που στην ουσία δεν υπήρξε και ποτέ. Πενθείς για την «ιδανική» οικογένεια που έβλεπες μόνο στις ταινίες, για την αγάπη που άξιζες και δεν πήρες, και για τα χρόνια που χάθηκαν σε λάθος επιλογές – επιλογές που έγιναν ακριβώς επειδή δεν υπήρχε κανείς να σε πιάσει από το χέρι και να σε καθοδηγήσει.

Μέσα σε όλο αυτό, χτίζεται ένας απόλυτα δικαιολογημένος θυμός. Ένα μόνιμο αίσθημα αδικίας. Τα νεύρα ξεσπούν, γιατί αυτή η συνεχιζόμενη ανάγκη να προσφέρεις στους δικούς σου, σκοντάφτει διαρκώς πάνω σε έναν τοίχο αχαριστίας.

Όταν βλέπεις έναν άνθρωπο σε τέτοια απόγνωση, έτοιμο να βάλει τα κλάματα από τον θυμό του, αυτό που βλέπεις στην πραγματικότητα είναι μια τεράστια εσωτερική σύγκρουση.

Είναι σαν να προσπαθεί, ακόμα και ως ενήλικας, να «εξαγοράσει» την αγάπη των γονιών του μέσα από τη δική του επιτυχία. Μετά από πολλά χρόνια σκληρής προσπάθειας, ο άνθρωπος αυτός έχει εξελιχθεί. Έχει ξεφύγει από το τοξικό περιβάλλον που τον μεγάλωσε. Όμως, κάθε φορά που έρχεται σε επαφή μαζί τους, νιώθει την ακατανίκητη ανάγκη να τους αλλάξει, να τους ανεβάσει επίπεδο.

Στην πραγματικότητα, όλη αυτή η υπερπροσπάθεια δεν είναι τίποτα άλλο παρά η απεγνωσμένη κραυγή του μικρού παιδιού που κρύβει μέσα του: «Κοιτάξτε πόσο καλός, δυνατός και χρήσιμος έγινα! Με βλέπετε τώρα; Θα με εκτιμήσετε επιτέλους;»

Και εδώ κρύβεται η μεγαλύτερη τραγωδία: Όταν το περιβάλλον μένει στάσιμο, όταν οι δικοί του άνθρωποι παραμένουν αχάριστοι και δεν αναγνωρίζουν ούτε τον κόπο ούτε την προσφορά του, είναι σαν να βιώνει την ίδια απόρριψη για δεύτερη φορά. Δεν είναι απλώς ότι εκείνοι αρνούνται να βελτιωθούν. Είναι ότι, με τη στάση τους, του επιβεβαιώνουν την αρχική του πληγή. Του φωνάζουν σιωπηλά ότι, ό,τι κι αν κάνει, όσο ψηλά κι αν φτάσει, δεν πρόκειται ποτέ να πάρει την επιβεβαίωση και την αγάπη που τόσο απεγνωσμένα αναζητά από εκείνους.

Γιατί, λοιπόν, ένας άνθρωπος βγάζει τόσο θυμό και ταυτόχρονα μοιάζει έτοιμος να καταρρεύσει και να βάλει τα κλάματα;

Εδώ έχουμε να κάνουμε με την απόλυτη σύγκρουση δύο διαφορετικών εαυτών που κατοικούν στο ίδιο σώμα. Ο ενήλικος εαυτός θυμώνει, βγάζει νεύρα, νιώθει την αδικία στο πετσί του. Ξέρει πολύ καλά ότι αξίζει περισσότερα και εξοργίζεται με την αχαριστία και την τύφλωση των δικών του ανθρώπων. Ο θυμός, σε αυτή την περίπτωση, δεν είναι κακία· λειτουργεί ως μια απαραίτητη ασπίδα προστασίας.

Από την άλλη, το «εσωτερικό παιδί» θέλει απλώς να κλάψει. Κάτω από τον θυμό και τις φωνές, κρύβεται μια απύθμενη θλίψη, απελπισία και ένα τεράστιο παράπονο. Θέλει να κλάψει γιατί, βαθιά μέσα του, το υποσυνείδητο αντιλαμβάνεται την πιο πικρή αλήθεια: Ότι ίσως αυτοί οι άνθρωποι, η ίδια του η οικογένεια, απλά να μην έχουν τη συναισθηματική χωρητικότητα για να του δώσουν αυτό που έχει ανάγκη. Δεν είναι απαραίτητα ότι δεν θέλουν· είναι ότι δεν μπορούν.

Το αποτέλεσμα είναι μια κατάσταση απόλυτης εξάντλησης. Ο άνθρωπος καλείται να σηκώσει ένα δυσβάσταχτο βάρος: Να αποδεχτεί ότι δεν μπορεί να αλλάξει ούτε το παρελθόν του, αλλά ούτε και τους ανθρώπους που αρνούνται πεισματικά να εξελιχθούν στο παρόν.

Πολλές φορές, βλέπεις έναν ενήλικα 30, 40 ή 50 χρόνων, και συνειδητοποιείς πως μέσα του ζει ένα τρομαγμένο παιδί. Είναι σαν να έχει εγγραφεί στον σκληρό του δίσκο η πεποίθηση πως, για να επιβιώσει και να ανήκει στην οικογένεια, έπρεπε μια ζωή να καταπιέζει τον εαυτό του και απλώς να υπακούει.

Τι συμβαίνει συνήθως και οι γονείς χτίζουν έναν δυστυχισμένο ενήλικα;

Αρχικά, του κρεμάνε την ταμπέλα του «δυνατού» απο παιδί. Όταν οι γονείς βαφτίζουν ένα παιδί δυνατό, συχνά το κάνουν υποσυνείδητα για να αποποιηθούν τις δικές τους ευθύνες. Ας είμαστε ξεκάθαροι: Αυτή η ταμπέλα δεν είναι έπαινος, είναι καταπίεση. Λειτουργεί σαν απαγόρευση. Απαγορεύεται, ως «δυνατός», να είσαι ευάλωτος. Απαγορεύεται να ζητάς βοήθεια, να παραπονιέσαι, να έχεις δικές σου, προσωπικές ανάγκες.

Του φορτώνουν ενδόμυχα την ευθύνη των άλλων — αδερφών, γονιών, συγγενών. Μόνο οι «άλλοι» έχουν το δικαίωμα να αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα. Οτιδήποτε δικό του, περνάει αυτόματα σε δεύτερη μοίρα.

Συνήθως, τέτοιες οικογένειες έχουν έναν περιορισμένο ορίζοντα παραστάσεων. Χρησιμοποιούν την εξουσία τους —όχι απαραίτητα με σωματική βία ήκαι φωνές, αλλά με τα πιο ισχυρά όπλα: τις τύψεις και τον φόβο— για να ωθήσουν το παιδί στον μόνο δρόμο που κατανοούν οι ίδιοι για επαγγελματική ή προσωπική αποκατάσταση. Σε εκείνη την τρυφερή ηλικία, το παιδί δεν είναι απλώς αδύναμο να πάει κόντρα· είναι ένα απόλυτα εξαρτημένο πλάσμα απέναντι σε τέτοιου είδους εξουσίες. Η επιλογή δεν ήταν ποτέ δική του. Το τραγικό όμως είναι πως, μεγαλώνοντας, πείθει τον εαυτό του ότι ήταν.

Το απόλυτο όπλο ελέγχου σε αυτά τα περιβάλλοντα είναι η καλλιέργεια ενοχών. Οι τύψεις που νιώθει αυτός ο άνθρωπος δεν είναι δικές του· του έχουν εμφυτευτεί. Η ενοχή είναι το πιο κοινό και ύπουλο εργαλείο που χρησιμοποιούν οι χειριστικοί άνθρωποι για να εξασφαλίσουν τη συνεχή υπακοή.

Και κάπου εδώ έρχεται η μεγάλη σύγκρουση. Ο ενήλικας πια συνειδητοποιεί την αδικία. Βλέπει πεντακάθαρα πόσο λάθος ήταν που ακολούθησε τη ροή χωρίς να φέρει αντίρρηση. Είναι η στιγμή που η ψευδαίσθηση της «δεμένης οικογένειας» καταρρέει και μένει μόνο η πραγματικότητα.

Βέβαια, είναι απολύτως κατανοητό όταν αυτός ο άνθρωπος παράλληλα βιώνει τον απόλυτο παραλογισμό: Να ξέρει λογικά ότι δεν πρέπει να κάνει άλλα πράγματα γι’ αυτούς και να θυσιάζεται, να ξέρει ότι ίσως και να τον εκμεταλλεύονται, κι όμως να συνεχίζει να ενδίδει. Είναι σαν να υπάρχει ένας αόρατος, τοξικός δεσμός που τον κρατάει αιχμάλωτο.

Τι συμβαίνει, λοιπόν, σε αυτή τη φάση; Ο λογικός, ενήλικος εαυτός βλέπει την αλήθεια και εξοργίζεται. Όμως το συναίσθημά του —το παγιδευμένο παιδί μέσα του— συνεχίζει να λειτουργεί με το παλιό, γνώριμο λογισμικό επιβίωσης: «Αν σταματήσω να είμαι ο ‘δυνατός’ που τους εξυπηρετεί, θα χάσω τη θέση μου. Θα γίνω ο ‘κακός’ της υπόθεσης και θα με απορρίψουν.»

Ο εγκέφαλός του έχει συνδέσει, εδώ και δεκαετίες, την υποχώρηση με την ασφάλεια.

Παρ’ όλα αυτά, κάποια στιγμή και μέσα απο μια πορεία εξέλιξης, έρχεται επιτέλους η εποχή που οι τύψεις δεν πιάνουν πλέον στο εκατό τοις εκατό. Το αφήγημα αρχίζει να μπάζει νερά. Και αυτό ακριβώς το γεγονός είναι το πιο ελπιδοφόρο σημάδι: Δείχνει ότι η διαδικασία της αληθινής συναισθηματικής ενηλικίωσης και της απεξάρτησης, όσο επίπονη κι αν είναι, έχει ήδη ξεκινήσει.

Πώς, λοιπόν, αλλάζει αυτή η πορεία; Η απάντηση κρύβεται πολλές φορές στην εμφάνιση ενός νέου ανθρώπου στη ζωή του. Ενός συντρόφου που στέκεται δίπλα του και, συνειδητά ή ασυνείδητα, γίνεται ο καταλύτης για να επουλωθούν αυτά τα βαθιά, παιδικά τραύματα. Όταν δημιουργείται ένας τέτοιος δεσμός, συμβαίνουν μερικά «μαγικά» αλλά απολύτως λογικά πράγματα. Ο πληγωμένος άνθρωπος, που είχε μάθει μέχρι χθες ότι η αγάπη σημαίνει έλεγχος, ενοχές και ατελείωτες υποχρεώσεις, βιώνει ξαφνικά μια εντελώς νέα πραγματικότητα. Ο άνθρωπός του τού αποδεικνύει στην πράξη κάτι συγκλονιστικό: ότι η πραγματική αγάπη σημαίνει κατανόηση, ελευθερία και απόλυτη αποδοχή. Ο εγκέφαλος, κυριολεκτικά, επανεκπαιδεύεται. Ο σύντροφος αναλαμβάνει σιωπηλά να καλύψει τα τεράστια κενά των γονιών. Προσφέρει την προστασία, την ασφάλεια, την αγκαλιά και την καθοδήγηση που αυτός ο άνθρωπος δεν είχε ποτέ ως παιδί, επιτρέποντάς του επιτέλους να βγάλει την πανοπλία του «δυνατού» που πρέπει να φροντίζει τους πάντες, και απλώς να χαλαρώσει. Προφανώς ο υποτειθέμενος σύντροφος εννοείται πως έχει δουλέψει πολύ σκληρά με τον εαυτό του.

Παράλληλα, αυτός ο νέος άνθρωπος γίνεται το ασφαλές λιμάνι του. Για να μπορέσει κάποιος να δει κατάματα τη σαθρότητα της οικογένειάς του και να αμφισβητήσει τον τρόπο που μεγάλωσε, χρειάζεται μια άγκυρα. Γνωρίζοντας ότι έχει δίπλα του έναν άνθρωπο-βράχο, βρίσκει το θάρρος να γυρίσει πίσω, να κοιτάξει στα μάτια τις τύψεις και τις τακτικές των δικών του, χωρίς να καταρρεύσει. Και μέσα από ατελείωτες συζητήσεις, παραδείγματα και στοχευμένο διάβασμα, η πλύση εγκεφάλου αρχίζει να αποδομείται. Αποκτά νέες λέξεις και νέες οπτικές γωνίες. Πλέον, δεν βλέπει τους δικούς του με τα μάτια ενός φοβισμένου παιδιού, αλλά μέσα από το πρίσμα της καθαρής λογικής.

Είναι, όμως, κρίσιμο να πούμε το εξής. Όσο καλός οδηγός κι αν είναι ο σύντροφος, η σωτηρία ανήκει αποκλειστικά σε αυτόν που παλεύει. Ο σύντροφος μπορεί να ανοίξει την πόρτα και να του δώσει τον χάρτη στο χέρι, αλλά εκείνος είναι που πρέπει να κάνει τη δύσκολη, ματωμένη δουλειά να περπατήσει τον ανηφορικό δρόμο. Απαιτείται τεράστια, ασύλληπτη ψυχική δύναμη για να παραδεχτεί κάποιος ότι το σπίτι που μεγάλωσε ήταν τοξικό και να προσπαθήσει να αλλάξει μοτίβα τριάντα και πλέον ετών. Το ότι ακούει, διαβάζει, αμφισβητεί και εξελίσσεται, αποδεικνύει κάτι περίτρανα: Η αληθινή του δύναμη δεν ήταν αυτή η ψεύτικη ταμπέλα που του κόλλησαν οι δικοί του. Η αληθινή του δύναμη είναι η ανθεκτικότητα της ψυχής του, που τώρα, μέσα σε ένα περιβάλλον αληθινής αγάπης, βρίσκει τον χώρο να ανθίσει. Αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε ένα μεταβατικό, ζόρικο στάδιο. Έχει το ένα πόδι στο παρελθόν, νιώθοντας ακόμα τύψεις και προσφέροντας στην οικογένεια, και το άλλο πόδι στο παρόν, χτίζοντας τον νέο, υγιή εαυτό του δίπλα στον άνθρωπό του.

Αν, βέβαια, ο σύντροφος ήταν απλώς ένας γλυκός «σωτήρας» που τον φρόντιζε τρυφερά χωρίς να απαιτεί τίποτα, θα υπήρχε ένας τεράστιος κίνδυνος: Ο άνθρωπος αυτός να περάσει απλώς από μια εξάρτηση σε μια άλλη (απ τους γονείς στο σύντροφο). Η αληθινή ενδυνάμωση κρύβεται στην αυστηρότητα και στο σπρώξιμο προς την ανεξαρτησία. Όταν ένα περιβάλλον ήταν γεμάτο χάος και χειραγώγηση (γονείς), τα αυστηρά όρια που βάζει ο σύντροφος λειτουργούν λυτρωτικά. Όταν του απαγορεύεις να επαναλάβει τα ίδια λάθη εις βάρος του, δεν τον ελέγχεις για να τον κρατήσεις μικρό, αλλά βάζεις στάνταρ για να τον αναγκάσεις να ψηλώσει. Αυτοί οι ξεκάθαροι κανόνες προσφέρουν ένα βαθύ αίσθημα ασφάλειας. Εδώ εφαρμόζεται και η στρατηγική της «σκαλωσιάς». Στην αρχή, χτίζεις μια προστατευτική σκαλωσιά γύρω του για να τον κρατήσεις όρθιο. Όταν, όμως, αρχίζει να δυναμώνει, πρέπει να αρχίσεις να αφαιρείς τα υποστυλώματα, δείχνοντας εσκεμμένη αδιαφορία στα μικρά και δίνοντάς του ευθύνες. Ο σκοπός δεν είναι να σε χρειάζεται για πάντα, αλλά να μη σε έχει ανάγκη για να επιβιώσει. Αυτός ο απογαλακτισμός είναι το εισιτήριο για την πραγματική του ενηλικίωση. Έτσι σπάει και η αλυσίδα. Καθώς δυναμώνει, διαχωρίζει τη θέση του από την παρασιτική ή ανεύθυνη συμπεριφορά των δικών του, παύοντας να είναι ο «προστάτης» ή το μόνιμο θύμα τους, και γίνεται ένας αυτόνομος ενήλικας.

Σε αυτή τη διαδρομή συναντάμε τη μεγαλύτερη σύγκρουση, τη διαφορά ανάμεσα στον κόσμο της επιβίωσης και στον κόσμο της εξέλιξης. Για τον πληγωμένο άνθρωπο, η αγάπη είναι αποκλειστικά φροντίδα. Στο πατρικό του, διδάχτηκε ότι η αξία του εξαρτάται από το πόσο καλά εξυπηρετεί τους άλλους. Η αγάπη ήταν το έπαθλο της υποταγής. Επιπλέον, βλέποντας την αγάπη μόνο ως ένα παθητικό συναίσθημα, συχνά την μπερδεύει με το άγχος ή την προσκόλληση, βιώνοντάς την ως ένα βάρος που πρέπει να κουβαλάει για να είναι αποδεκτός. Στον αντίποδα, η αγάπη είναι πράξη και εξέλιξη. Όπως έχει πει και ο σπουδαίος ψυχίατρος M. Scott Peck στο βιβλίο του »Ο δρόμος ο λιγότερο ταξιδεμένος», αγάπη είναι η βούληση να επεκτείνει κανείς τον εαυτό του, με σκοπό να θρέψει την πνευματική ανάπτυξη του δικού του ή κάποιου άλλου. Η αγάπη είναι καθημερινός κόπος, μια συνειδητή επιλογή που έχει ως μοναδικό στόχο να κάνει τον άλλον ανεξάρτητο, δυνατό και πνευματικά ελεύθερο. Όταν αυτά τα δύο συγκρούονται, ο πληγωμένος άνθρωπος παθαίνει ένα σωτήριο σοκ, καθώς για πρώτη φορά συναντά κάποιον που του λέει με πράξεις πως δεν χρειάζεται να είναι χρήσιμος για να αξίζει να αγαπηθεί.

Πώς αντιδρά, λοιπόν κανείς, μπροστά σε αυτή την άγνωστη, εξελικτική αγάπη;
Αρχικά έρχεται ο εκνευρισμός. Η αυστηρή αγάπη τον ξεβολεύει και η ανάληψη ευθυνών απαιτεί ενέργεια. Ο μαθημένος στον έλεγχο εγκέφαλός του ερμηνεύει την πίεση για αλλαγή ως επίθεση ή κριτική, αντιδρώντας σπασμωδικά γιατί το άγνωστο τρομάζει.
Μόλις όμως πέσει ο θυμός, ξυπνούν οι τύψεις και οι βιαστικές συγγνώμες. Είναι ο μηχανισμός του κατευνασμού, όπου προσπαθεί να ρίξει τους τόνους για να νιώσει ξανά ασφαλής, τρέμοντας μήπως χάσει αυτή τη νέα αγάπη ή μήπως προκαλέσει απόρριψη.
Έπειτα, ακολουθεί το σύνδρομο του βάθρου. Νιώθει κατώτερος, συγκρίνοντας τον εσωτερικό του πόλεμο και τις αμφιβολίες του με τη συγκροτημένη εικόνα του συντρόφου του. Τον βάζει σε ένα ψηλό βάθρο, βλέποντάς τον ως τον τέλειο δάσκαλο ή σωτήρα, και τοποθετεί τον εαυτό του υποσυνείδητα στη θέση του παιδιού ή μαθητή.
Το τελευταίο μεγάλο στοίχημα είναι ακριβώς το γκρέμισμα αυτού του βάθρου, ώστε να συνειδητοποιήσει πως η δύναμή του δεν είναι μικρότερη, αλλά είναι μια δύναμη που τώρα μαθαίνει να περπατάει.

Κάπου εδώ, όμως, οφείλω να είμαι απολύτως ειλικρινής μαζί σου. Μπορεί να μην είσαι τόσο τυχερός άνθρωπος όσο αυτός που σου περιέγραψα παραπάνω.
Μπορεί να μην έχει βρεθεί στο πλάι σου ένας σύντροφος πρόθυμος και ικανός να παίξει τον ρόλο του καταλύτη, να αντέξει τους τριγμούς και να σε τραβήξει προς το φως της εξέλιξης.
¨ετσι κι αλλιώς αυτή είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση.
Τι να κάνεις εσύ λοιπόν;
Καθώς διευρύνεις τους ορίζοντές σου και πασχίζεις να σπάσεις τα δεσμά της οικογενειακής τοξικότητας, ίσως αρχίσεις να ακούς όλο και πιο καθαρά για έναν άλλο δρόμο: το δρόμο της ψυχοθεραπείας. Η ψυχοθεραπεία δεν είναι πολυτέλεια, ούτε ταμπέλα αδυναμίας.
Είναι ένα απαραίτητο ταξίδι. Είναι το απόλυτο εργαλείο για την πνευματική διεύρυνση που όλοι έχουμε ανάγκη. Ο θεραπευτής γίνεται αυτό το ασφαλές λιμάνι, η σταθερή φωνή της λογικής, η σκαλωσιά που θα σε κρατήσει όρθιο μέχρι να μάθεις να στέκεσαι μόνος σου. Σε καθοδηγεί στο να αποδομήσεις τις ενοχές που σου φύτεψαν, να γκρεμίσεις τα βάθρα και να χτίσεις την αξία σου από το μηδέν. Είναι η μεγαλύτερη πράξη αγάπης που μπορείς να κάνεις εσύ ο ίδιος για τον εαυτό σου, παίρνοντας επιτέλους τη ζωή σου, στα δικά σου χέρια.

Psychanic

Σχόλια

Σχολιάστε