Συντάκτης: psychanic9@gmail.com

  • Συνειδητή Παλιανθρωπιά…(κάτι μου θυμίζει)

    Παρατηρώντας τους ανθρώπους γύρω μου —φίλους, οικογένεια, γνωστούς— δεν μπορώ να μην παραδεχτώ ότι ο καθένας κουβαλάει τον δικό του σταυρό. Το να υποτιμάς τα προβλήματα των γύρω σου και να κλείνεις τα μάτια στον πραγματικό πόνο, δεν είναι καθόλου ορθή και ώριμη αντιμετώπιση.

    Ωστόσο, υπάρχει μια τεράστια, σκοτεινή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο να βιώνεις μια τραγωδία και στο να την εργαλειοποιείς.
    Ζούμε σε μια κοινωνία που πράγματι έχει εργαλειοποιήσει τον πόνο, απαιτώντας τυφλή ανοχή απέναντι σε οποιονδήποτε δηλώνει «χτυπημένος από τη μοίρα». Έχουμε, όμως, υποκριτικά θάψει μια σκοτεινή αλήθεια: Το ότι κάποιος βίωσε μια πραγματική τραγωδία —έχασε το σπίτι του, τον σύντροφό του, ή έχει ένα ορφανό μωρό— δεν τον εμποδίζει από το να είναι ταυτόχρονα ένας αδίστακτος, χειριστικός υποκριτής και παλιάνθρωπος.

    Υπάρχουν άνθρωποι που παράγουν, δημιουργούν και κερδίζουν τον σεβασμό με την αξία τους. Και υπάρχουν και οι Επαγγελματίες Θύματα. Άνθρωποι που απαιτούν τον σεβασμό μέσα από την απραγία τους. Μετατρέπουν το δράμα τους σε επάγγελμα, χρησιμοποιούν ακόμα και το ίδιο τους το παιδί ως «αντικείμενο» οίκτου, και απαιτούν από τον κόσμο να τους υπηρετεί. Πως μπορεί να φταίει κάποιος που τον χτύπησε η μοίρα; Δεν έκανε, του κάνανε ,του στέρησαν! Άρα δε φταίει αυτός…Η ζωή του χρωστάει, δε χρωστάει αυτός…
    Στην ψυχολογία αυτό ονομάζεται «Ταυτότητα του Θύματος» (Victimhood Identity), συχνά συνδυασμένη με στοιχεία Δραματικής ή Ναρκισσιστικής Διαταραχής. Το άτομο έχει όντως βιώσει ένα τραύμα, αλλά αντί να το επεξεργαστεί, το μετατρέπει στο κεντρικό του αφήγημα και το «όπλο» του. Ο λόγος που το κάνει είναι τα δευτερογενή οφέλη: το πένθος ή η τραγωδία του προσφέρει μια ασπίδα προστασίας από την κριτική, αστείρευτη προσοχή, και μια δικαιολογία για να μην αναλάβει καμία ευθύνη για τη ζωή του. Η χρήση του παιδιού ως «αντικείμενο» οίκτου είναι κλασικό δείγμα ναρκισσιστικής προέκτασης, όπου το παιδί δεν αντιμετωπίζεται ως ανεξάρτητη οντότητα, αλλά ως εργαλείο για συναισθηματικό εκβιασμό.
    Στην άλλη πλευρά έχουμε τους ανθρώπους που παράγουν αξία, είναι χρήσιμοι στην κοινωνία, παίρνουν πρωτοβουλίες, αναλαμβάνουν την ευθύνη των πράξεών τους και ο περίγυρός τους μόνο να κερδίσει έχει απο αυτούς.
    Αυτοί οι άνθρωποι αντλούν την αξία τους από αυτό που προσφέρουν, όχι από αυτό που τους λείπει. Ο σεβασμός που λαμβάνουν είναι γνήσιος, διότι βασίζεται στην αμοιβαιότητα και την ικανότητα. Δεν απαιτούν σεβασμό, τον εμπνέουν.

    Ας επικεντρωθούμε στην πρώτη κατηγορία ανθρώπων οι οποίοι είναι πια μάστιγα της εποχής και είναι και ο κύριος λόγος για να κάνω όλες αυτές τις αναλύσεις.
    Είναι τύποι που λίγο πολύ όλοι μας έχουμε γνωρίσει ή συναναστραφεί.
    Είναι εκείνος ο συνάδελφος που επικαλείται μονίμως ένα διαζύγιο που συνέβη πριν χρόνια για να μην αναλαμβάνει δουλειά, αφήνοντας τους άλλους να βγάζουν το φίδι από την τρύπα. Ο συγγενής με ένα διαχειρίσιμο πρόβλημα υγείας που απαιτεί από όλη την οικογένεια να βρίσκεται σε συνεχή συναγερμό και να τον υπηρετεί, δραματοποιώντας κάθε απλό σύμπτωμα.

    Πώς αντιδρά ο ανθρώπινος εγκέφαλος σε αυτό το θέατρο; Αν βγάλουμε την κοινωνική υποκρισία, η αντίδραση έχει δυο όψεις:

    Απέναντι στον δημιουργικό άνθρωπο, ο εγκέφαλος εκκρίνει ντοπαμίνη. Η παραγωγικότητα και η αξιοπιστία του άλλου μας δημιουργούν αίσθημα ασφάλειας. Ο εγκέφαλος τον κατατάσσει αυτόματα ως «πολύτιμο σύμμαχο» για την επιβίωση και την ευημερία μας.
    Απέναντι στο »θύμα», ο εγκέφαλος είναι προγραμματισμένος εξελικτικά να εντοπίζει την απάτη και να κατανέμει πόρους.

    Αρχικά,ενεργοποιούνται οι νευρώνες-κάτοπτρα (που ευθύνονται για την ενσυναίσθηση) . Νιώθουμε τον πόνο του. Όμως, όταν ο εγκέφαλος αρχίζει να εντοπίζει τις υπερβολές, τα ψέματα και την υποκρισία, ενεργοποιείται η αμυγδαλή (το κέντρο ανίχνευσης απειλής). Βιώνουμε Γνωστική Ασυμφωνία: η κοινωνία μας επιβάλλει να δείξουμε λύπη, αλλά το ένστικτό μας ουρλιάζει ότι μας χειραγωγούν. Η ενδόμυχη, βιολογική αντίδραση (έξω από τα κοινωνικά πρέπει) είναι η αηδία και η απόρριψη, διότι ο εγκέφαλος αναγνωρίζει το άτομο ως «παράσιτο» που ρουφάει ενέργεια χωρίς να προσφέρει.

    Τι γίνεται τώρα; Πως λειτουργεί αυτό στην κοινωνία; Στην οικογένεια;

    Εδώ κρύβεται το πιο σκοτεινό επίπεδο αυτής της συμπεριφοράς. Είναι αυτό που λέω Συνειδητή Παλιανθρωπιά.

    Υπάρχουν άνθρωποι που επιλέγουν την καταστροφή -τις σπατάλες, τα λάθη, την ανευθυνότητα- χωρίς κανένα απολύτως άγχος.
    Γιατί δεν έχουν άγχος; Διότι έχουν προεξοφλήσει ότι τη ζημιά θα την πληρώσεις εσύ. Είναι ο ορισμός του Ηθικού Κινδύνου. Κάνουν την ελεύθερη πτώση, γνωρίζοντας ότι η δική σου ενσυναίσθηση, ηθική και ευγένεια είναι το δικό τους δίχτυ ασφαλείας. Είναι άνθρωποι που συνειδητά κάνουν «outsourcing» των συνεπειών των πράξεών τους. Ξέρουν ότι η δική σου ηθική πυξίδα είναι ισχυρότερη από τη δική τους και την χρησιμοποιούν εναντίον σου.
    Το να κάνει κάποιος ένα λάθος και να ζητήσει βοήθεια είναι ανθρώπινο. Το να επιλέγει συνειδητά την καταστροφή, έχοντας προεξοφλήσει ότι τη ζημιά θα την πληρώσεις εσύ, είναι η απόλυτη εργαλειοποίηση του άλλου.

    Γιατί δεν έχουν άγχος; Το άγχος είναι ένας βιολογικός μηχανισμός που μας προειδοποιεί για επερχόμενο κίνδυνο ή συνέπειες. Αυτοί οι άνθρωποι δεν νιώθουν άγχος γιατί, πολύ απλά, έχουν μεταβιβάσει το κόστος της πτώσης σε σένα. Στα οικονομικά, αυτό ονομάζεται Ηθικός Κίνδυνος (Moral Hazard): παίρνω ακραία ρίσκα επειδή ξέρω ότι αν τα πράγματα πάνε στραβά, θα με διασώσει κάποιος άλλος.

    Η σκέψη τους είναι: «Θα κάνω την καταστροφική επιλογή γιατί μπορώ, και μετά θα φορέσω το προσωπείο της απόγνωσης. Ο τάδε είναι καλός/ευαίσθητος, δεν θα με αφήσει να πεθάνω». Πρόκειται για έναν προμελετημένο συναισθηματικό εκβιασμό. Δεν σιχαίνονται τον εαυτό τους, διότι ο κώδικας αξιών τους δεν περιλαμβάνει την αξιοπρέπεια της αυτονομίας. Η επιβίωση μέσω του παρασιτισμού θεωρείται από τους ίδιους «εξυπνάδα». Αντιθέτως, νιώθουν ανωτερότητα. Χρησιμοποιούν την «Εργαλειοποιημένη Αδυναμία» τους για να σε ελέγχουν. Νιώθουν μια διεστραμμένη αίσθηση υπεροχής και ελέγχου επειδή «κατάφεραν» να σε πιάσουν κορόιδο.
    Είναι οι ίδιοι ακριβώς άνθρωποι που εκμεταλλεύονται την αυτοσυγκράτηση και την ευγένειά σου για να συνεχίζουν να σε βρίζουν και να σου επιτίθενται, ξέροντας ότι ο δικός σου πολιτισμός σε εμποδίζει να τους απαντήσεις με την ίδια χυδαιότητα. Αντιλαμβάνονται τον πολιτισμό και την ευγένεια όχι ως αρετές, αλλά ως αδυναμίες προς εκμετάλλευση. Ξέρουν ότι οι κοινωνικοί κανόνες σε δεσμεύουν να μην απαντήσεις με βρισιές ή ακόμα καλύτερα με μια σφαλιάρα, και πατάνε ακριβώς πάνω σε αυτόν τον περιορισμό σου για να νιώσουν οι ίδιοι ισχυροί.

    Πως το διαχειρίζεσαι μόλις το πάρεις πρέφα;
    Πώς θα μπορούσε κάποιος που αντιλαμβάνεται όλο αυτό το υπερβολικό θέατρο… να το αντιμετωπίσει χωρίς να παρεξηγηθεί… Τι κάνεις όταν δεν αντέχεις αυτή την υποκρισία και θέλεις κάτι να πεις; Είναι πολύ δύσκολη η θέση σου. Θα είσαι μόνος εναντίον όλων.
    Το «πλήθος» λειτουργεί με επιφανειακά κοινωνικά συμβόλαια. Το συμβόλαιο λέει: «Δεν επιτιθέμεθα ποτέ σε κάποιον που πενθεί ή υποφέρει». Αν εσύ βγεις και φωνάξεις «Είναι υποκριτής!», το πλήθος δεν θα εξετάσει τα στοιχεία σου. Θα στραφεί εναντίον σου για να προστατεύσει τον κανόνα. Ο υποκριτής θα το εκμεταλλευτεί αυτό για να παίξει το θύμα απέναντί σου αυτή τη φορά.
    Το να συνειδητοποιείς όλη αυτή τη σαπίλα μπορεί να γίνει εξαιρετικά βαρύ και απομονωτικό, ακριβώς επειδή ο μέσος άνθρωπος προτιμά να ζει στην ψευδαίσθηση μιας επιφανειακής «καλοσύνης» παρά να αντικρίσει την πραγματικότητα τέτοιων χειριστικών μηχανισμών.

    Είναι όντως τρομερά δύσκολο το ξεσκέπασμα γι αυτό πρέπει να καταλάβεις, να αναγνωρίσεις τα όπλα τους:

    Χρησιμοποιούν το ταμπού της πρόθεσης:
    Ο μέσος άνθρωπος αδυνατεί να πιστέψει ότι κάποιος μπορεί να είναι τόσο παλιάνθρωπος. Αν πεις στους γύρω σου, «Το έκανε επίτηδες για να με εκμεταλλευτεί», ο θύτης θα θιχτεί, θα αμυνθεί, θα βάλει τα κλάματα και θα πει: «Είμαι στον βούρκο, υποφέρω, και αντί να με βοηθήσει, με κατηγορεί για συνωμοσίες; Πόσο σκληρός!».

    Η μέθοδος DARVO (Deny, Attack, Reverse Victim and Offender): Αρνούνται την κατηγορία, επιτίθενται στον χαρακτήρα σου (π.χ. «είσαι καχύποπτος και άκαρδος»), και ξαφνικά εσύ απολογείσαι και εκείνοι είναι τα θύματα της δικής σου «σκληρότητας».

    Ο εγκέφαλος του πλήθους (των τρίτων) πάντα τάσσεται με αυτόν που φαίνεται να υποφέρει εκείνη τη στιγμή. Δεν εξετάζουν το ιστορικό ή το σχέδιο. Βλέπουν έναν στον βούρκο και έναν να του φωνάζει. Μαντεύεις ποιον θα καταδικάσουν. Μια ματιά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για την ευκολία όπου στήνονται λαικά δικαστήρια θα σε πείσουν.

    Πώς το αντιμετωπίζεις ιδανικα;

    Ο χρυσός κανόνας εδώ είναι ένας: Ποτέ μην επιτίθεσαι στα κίνητρά τους, απλώς αφαίρεσε το δίχτυ ασφαλείας. Δεν προσπαθείς να αποδείξεις ότι είναι παλιάνθρωποι. Προσπαθείς να τους αφήσεις να υποστούν τις συνέπειες.

    Α. Η Αντιμετώπιση 1-προς-1 (Όταν είστε μόνοι)

    Αντιμετώπισέ τους με απόλυτη ψυχρότητα και ουδετερότητα. Μην θυμώνεις, γιατί ο θυμός δείχνει ότι σε ελέγχουν.

    Το σταθερό, αναιτιολόγητο «Όχι»: Μην εξηγείς γιατί δεν βοηθάς. Όσο εξηγείς, τους δίνεις πάτημα να επιχειρηματολογήσουν.

    Είναι λάθος να πεις: «Δεν σε βοηθάω γιατί ήξερες τι έκανες και περίμενες εμένα να σε σώσω.» (Οδηγεί σε καυγά).

    Το σωστό είναι: «Καταλαβαίνω ότι είσαι σε πολύ δύσκολη θέση, αλλά δεν μπορώ να σε βοηθήσω με αυτό.» Τέλος.
    Αν επιμείνουν, επαναλαμβάνεις την ίδια ακριβώς φράση μέχρι να το νιώσουν βαθιά οτι έχουν φτάσει σε σημείο ελεημοσύνης και ξεφτιλίζονται.

    Άσ’ τους να πέσουν στον βούρκο: Η μόνη θεραπεία για τον Ηθικό Κίνδυνο είναι το απόλυτο, επώδυνο κόστος της επιλογής τους. Πρέπει να νιώσουν την πρόσκρουση, χωρίς το μαξιλαράκι σου.

    Β. Η Αντιμετώπιση Δημόσια (Μπροστά σε άλλους)

    Εδώ απαιτείται μαεστρία. Πρέπει να τους αρνηθείς τη βοήθεια με τρόπο που να φαίνεται στα μάτια των τρίτων εξαιρετικά ώριμος, σεβαστικός και… «υποστηρικτικός». Αυτό λέγεται Εργαλειοποιημένη Ενθάρρυνση.

    Όταν αρχίσουν το θέατρο του πόνου μπροστά σε άλλους για να σε αναγκάσουν να ενδώσεις:

    Βήμα 1: Αναγνωρίζεις τον πόνο τους (για το κοινό): «Είναι πραγματικά κρίμα που βρέθηκες σε αυτή την κατάσταση, φαίνεται πόσο ζορίζεσαι.» Προσοχή στο ύφος σου…πρέπει να δείχνει συμπόνια, να μην είναι ειρωνικό.

    Βήμα 2: Αρνείσαι την «ελεημοσύνη» στο όνομα της αξιοπρέπειάς τους: «Ακριβώς επειδή σε σέβομαι, ξέρω ότι έχεις τις ικανότητες να το λύσεις μόνος σου. Αν έτρεχα να σε σώσω τώρα, θα ήταν σαν να σε αντιμετωπίζω ως ανίκανο, και δεν το θέλω.»

    Βήμα 3: Ρίχνεις το μπαλάκι σε εκείνους: «Είμαι σίγουρος ότι θα βρεις τον δρόμο σου. Ποιο είναι το πρώτο βήμα που σκέφτεσαι να κάνεις;»

    Τι πετυχαίνεις με αυτό το «θέατρο»: Τους εγκλωβίζεις εντελώς. Δεν μπορούν να σε κατηγορήσουν ότι είσαι κακός, γιατί μόλις τους μίλησες με σεβασμό, επαινώντας τις ικανότητές τους. Αν αρχίσουν να διαμαρτύρονται μπροστά στους άλλους («Μα δεν μπορώ, βοήθα με!»), αναγκάζονται να εξευτελιστούν οικειοθελώς και να παραδεχτούν ότι θέλουν να τους αντιμετωπίζουν σαν ανήλικα παιδιά. Εσύ, στα μάτια των τρίτων, φαίνεσαι ως ο ώριμος που βάζει υγιή όρια και τους ενθαρρύνει, ενώ εκείνοι αποκαλύπτουν την παρασιτική τους φύση. Όταν το άτομο δει ότι δεν μπορεί να ενεργοποιήσει ούτε τον οίκτο ούτε τις ενοχές σου (ούτε ιδιωτικά ούτε δημόσια), το «δικό σου» δίχτυ ασφαλείας εξαφανίζεται από το μυαλό του. Θα αναγκαστεί είτε να μην ξαναπέσει στον βούρκο, είτε να βρει άλλο, πιο αφελές θύμα να τον μαζέψει.

    Γενικά αυτές είναι αρκετλα γνωστες μεθόδοι στην ψυχολογία και στις διαπραγματέυσεις:
    Η Μέθοδος της «Γκρίζας Πέτρας» (Gray Rock Method): Γίνεσαι απολύτως βαρετός και συναισθηματικά επίπεδος απέναντί του. Αν αρχίσει το θέατρο, απαντάς κοφτά: «Είναι όντως μια δύσκολη κατάσταση. Ελπίζω να βρεις τη δύναμη να το ξεπεράσεις.» Δεν κάνεις ερωτήσεις, δεν δείχνεις υπερβολική συμπάθεια, δεν αντιδράς στις υπερβολές. Του στερείς το «καύσιμο» (την προσοχή σου). Μην γίνεσαι ο Μεσσίας της Αλήθειας: Αποδέξου ότι δεν είναι δουλειά σου να ανοίξεις τα μάτια των γύρω σου. Όσοι έχουν οξεία αντίληψη (όπως εσύ) το βλέπουν ήδη, απλώς σιωπούν για τον ίδιο λόγο με σένα. Όσοι είναι αφελείς, θα σε κακοχαρακτηρίσουν αν μιλήσεις.

    Σωκρατική Ειρωνεία (αν πρέπει να μιλήσεις): Αν φτάσεις στο αμήν, μην κατηγορείς ευθέως. Κάνε απολύτως λογικές, ψυχρές ερωτήσεις που αναδεικνύουν το παράλογο των λεγομένων του. Π.χ. «Εφόσον λες ότι δεν έχεις καθόλου χρόνο ούτε για το παιδί, πώς προλαβαίνεις να ασχολείσαι με αυτό το άλλο θέμα;» Άσ’ τον να μπερδευτεί στα δικά του ψέματα μπροστά στους άλλους.

    Η Παγίδα της Οικογένειας και ο Ρόλος του «Σωτήρα»

    Το πιο γόνιμο έδαφος για αυτά τα παράσιτα είναι η οικογένεια. Σκεφτείτε τον κλασικό «ανεύθυνο αδερφό». Πηγαίνει πανάκριβες διακοπές, αγοράζει αυτοκίνητο με δόσεις, και όταν έρχεται η ώρα του ενοικίου, καταρρέει στο κυριακάτικο τραπέζι. Δεν αναφέρει τις σπατάλες. Μιλάει για «άδικη κοινωνία» και «απελπισία».

    Το κοινό του είναι οι γονείς. Εκείνοι, εγκλωβισμένοι στο τρίπτυχο FOG (Fear, Obligation, Guilt – Φόβος, Υποχρέωση, Ενοχή), πανικοβάλλονται. Και ποιον κοιτάζουν για να λύσει το πρόβλημα; Εσένα. Τον «υπεύθυνο». Όχι επειδή φταις, αλλά επειδή είσαι ο ασφαλής στόχος. Είναι πιο εύκολο να πιέσουν εσένα να δώσεις τα χρήματά σου, παρά να αντιμετωπίσουν το χάος και τις φωνές του αδερφού σου. Σε θυσιάζουν για να αγοράσουν την ησυχία τους.

    Ας το αναλύσουμε όλο αυτο με ένα παράδειγμα.

    Το οικογενειακό περιβάλλον ενισχύει τέτοιες συμπεριφορές, διότι οι δεσμοί αίματος, οι ενοχές και το αίσθημα «καθήκοντος» αποτελούν τα τέλεια όπλα στα χέρια του χειριστικού ανθρώπου.
    Ας δούμε ένα κλασικό σενάριο με τον «Ανεύθυνο Αδερφό», το οποίο αναδεικνύει τέλεια όλα όσα αναλύσαμε πιο πάνω, και βήμα βήμα θα εξηγώ με πραγματικούς πιθανούς διαλόγους την σωστή και υγειή αντιμετώπιση απ’τη δική σου μεριά.
    Το Σενάριο: Ένα ελληνικό παραδοσιακό κυριακάτικο τραπέζι.

    Οι Χαρακτήρες:

    Εσύ: Ο υπεύθυνος, που δουλεύει σκληρά, έχει αποταμιεύσεις, κάνει θυσίες και νοιάζεται για την υγεία των ηλικιωμένων γονιών σας.

    Ο Αδερφός (Ο Θύτης): Ζει πάνω από τις δυνατότητές του.

    Οι Γονείς (Το Κοινό/Μοχλός Πίεσης): Αγαπούν τα παιδιά τους, αγχώνονται εύκολα, δεν αντέχουν να βλέπουν την οικογένεια «να διαλύεται».

    Η Συνειδητή Παλιανθρωπιά (Η Πράξη)

    Ο αδερφός σου αποφασίζει να αγοράσει ένα πανάκριβο αυτοκίνητο με δόσεις ή/και να πάει διακοπές τριών εβδομάδων, γνωρίζοντας απόλυτα ότι τον επόμενο μήνα δεν θα έχει να πληρώσει το ενοίκιο ή την εφορία του. Γιατί δεν έχει άγχος; Διότι έχει ήδη φτιάξει το σενάριο στο μυαλό του: «Θα πάω τις διακοπές μου, θα περάσω τέλεια, και όταν έρθει το ενοίκιο θα κλαφτώ. Ο αδερφός μου έχει λεφτά στην άκρη. Δεν θα με αφήσει να με πετάξουν στον δρόμο, γιατί αν το κάνει, η μάνα μας θα πάθει εγκεφαλικό από τη στεναχώρια της. Άρα, θα πληρώσει αυτός.» Έχει συνειδητά μεταβιβάσει το κόστος της καλοπέρασής του στη δική σου αποταμίευση, χρησιμοποιώντας την υγεία της μητέρας σας ως όμηρο.

    Το Θέατρο (Η Πτώση στον Βούρκο)

    Φτάνει το κυριακάτικο τραπέζι στο πατρικό. Ο αδερφός σου έρχεται ράκος. Δεν τρώει, κοιτάζει το κενό, αναστενάζει. Οι γονείς πανικοβάλλονται και ρωτούν τι συμβαίνει. Εκείνος «λυγίζει». Αρχίζει τον μονόλογο: «Είμαι σε αδιέξοδο… Ο σπιτονοικοκύρης θα μου κάνει έξωση… Η ζωή είναι άδικη, όσο και να παλεύω δεν τα καταφέρνω… Έχω κατάθλιψη, δεν ξέρω τι θα κάνω…» Πουθενά δεν αναφέρει τις διακοπές ή το αμάξι. Παρουσιάζει τον εαυτό του ως θύμα του συστήματος.

    Αμηχανία! Οι γονείς κοιτάζουν εσένα, τον «δυνατό» και «υπεύθυνο» της οικογένειας, περιμένοντας να τον σώσεις. Αν πεις «Δεν σου δίνω φράγκο, τα έφαγες στα μπουζούκια», θα φανείς ως ο άκαρδος που χτυπάει τον αδερφό του την ώρα που είναι κάτω, και η μάνα σας θα αρχίσει να κλαίει λέγοντας «Αδέρφια είστε, βοηθήστε ο ένας τον άλλον, μην με πεθάνετε».

    Ο αδερφός σου το ξέρει αυτό. Σε έχει στήσει στον τοίχο.

    Η Ιδανική Αντιμετώπιση (Το Ξεσκέπασμα)

    Δεν θυμώνεις, δεν απολογείσαι και, κυρίως, δεν δίνεις χρήματα. Εφαρμόζεις την Εργαλειοποιημένη Ενθάρρυνση μπροστά στους γονείς, αφαιρώντας το δίχτυ ασφαλείας του.

    Εσύ (με ήρεμο, ζεστό, αλλά σταθερό τόνο και υπενθυμίζω χωρίς ειρωνεία): «Καταλαβαίνω απόλυτα πόσο αγχωτικό είναι αυτό. Είναι τρομακτικό να νιώθεις ότι χάνεις το σπίτι σου. (Γυρνάς στους γονείς για να τους καθησυχάσεις). Μη στεναχωριέστε, ο Γιώργος είναι έξυπνος άνθρωπος και είμαι σίγουρος ότι θα το διαχειριστεί.»

    Αδερφός (ανεβάζοντας το δράμα, γιατί βλέπει ότι δεν τσιμπάς): «Τι να διαχειριστώ ρε συ; Χρειάζομαι 1.000 ευρώ αύριο αλλιώς είμαι στον δρόμο. Σε παρακαλώ, δάνεισέ μου και θα στα δώσω.» (Προσοχή: πάντα λένε «δανεικά», ενώ ξέρεις ότι δεν θα τα δεις ποτέ).

    Εσύ (παραμένοντας απόλυτα ψύχραιμος): «Ξέρω ότι ζορίζεσαι, αλλά δεν μπορώ να σε βοηθήσω οικονομικά. Όμως, επειδή πιστεύω στις ικανότητές σου, μπορώ να κάτσω μαζί σου αύριο να δούμε πώς θα κάνεις διακανονισμό, ή τι μπορείς να πουλήσεις (αναφορά στο ακριβό αμάξι) για να βγάλεις το ποσό. Έχεις επιλογές, και θα τις βρεις.» Θα είμαι δίπλα σου σε όλο αυτό.

    Γιατί αυτό είναι καταστροφικό για εκείνον:

    Δεν μπορεί να σε πει κακό: Του μιλάς με εκτίμηση, του λες ότι είναι έξυπνος και ικανός, και του προσφέρεις πραγματική βοήθεια και υπαρκτές λύσεις, όχι την ελεημοσύνη που απαιτεί.

    Καθησυχάζεις το κοινό (γονείς): Δείχνεις στους γονείς ότι η κατάσταση είναι διαχειρίσιμη και ότι ο γιος τους δεν είναι ανίκανος, ρίχνοντας την πίεση.

    Εκθέτεις την υποκρισία του: Αν αρχίσει να φωνάζει «Δεν θέλω συμβουλές, λεφτά θέλω!», αποκαλύπτει ο ίδιος στους γονείς σας το πραγματικό του πρόσωπο. Γίνεται ξεκάθαρο ότι δεν ψάχνει λύση για το πρόβλημά του, ψάχνει χορηγό για τον παρασιτισμό του.

    Την επόμενη φορά που θα θελήσει να κάνει μια ανεύθυνη επιλογή, θα νιώσει άγχος. Διότι θα ξέρει πλέον με βεβαιότητα ότι, αν πέσει στον βούρκο, εσύ θα σταθείς στην όχθη, θα του δώσεις οδηγίες πώς να κολυμπήσει, αλλά δεν θα βρέξεις τα πόδια σου για να τον βγάλεις.

    Προφανώς νίκησες τον αδερφό αλλά αν νομίζεις οτι ξεμπέρδεψες και απο τους γονείς σε γελάσανε. Οι ενοχές και οι τύψεις είναι το νούμερο 1 όπλο τους.

    Πώς διαχειρίζεσαι τις ενοχές που προσπαθούν να σου επιβάλλουν;

    Πώς μπορεί κάποιος να διαχειριστεί τις ενοχές που προσπαθούν να του επιβάλλουν οι γονείς ή οι συγγενείς όταν αρνείται να παίξει τον ρόλο του σωτήρα;

    Αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη και πιο επώδυνη μάχη που καλείται να δώσει ο «υπεύθυνος» μιας οικογένειας. Στην ψυχολογία, αυτός ο μηχανισμός ελέγχου ονομάζεται FOG (Fear, Obligation, Guilt), δηλαδή Φόβος, Υποχρέωση και Ενοχή. Είναι τα τρία βασικά εργαλεία του συναισθηματικού εκβιασμού.

    Για να διαχειριστείς αυτές τις ενοχές και να μην υποκύψεις στον ρόλο του σωτήρα, πρέπει να αποδομήσεις τον τρόπο που λειτουργεί η οικογενειακή δυναμική στο μυαλό σου.
    Ας το δούμε αναλυτικά:


    1. Διαχώρισε την «Αληθινή» από την «Κατασκευασμένη» ενοχή.
    
Η ενοχή είναι ένα χρήσιμο συναίσθημα όταν παραβιάζουμε τον δικό μας ηθικό κώδικα (π.χ., αν κλέψεις ή αν πληγώσεις κάποιον επίτηδες). Όταν όμως αρνείσαι να πληρώσεις τα σπασμένα της ανευθυνότητας κάποιου άλλου, η ενοχή που νιώθεις ΔΕΝ είναι δική σου. Είναι κατασκευασμένη και σου έχει φυτευτεί.

    Η πραγματικότητα: Δεν νιώθεις ενοχές επειδή έκανες κάτι λάθος. Νιώθεις ενοχές επειδή παραβίασες τον «άγραφο κανόνα» της οικογένειας που λέει ότι η δική σου άνεση είναι αναλώσιμη μπροστά στην ανακούφιση των άλλων.

    2. Κατανόησε γιατί οι γονείς πιέζουν εσένα (Ο Νόμος της Ελάχιστης Προσπάθειας)

    Οι γονείς σε αυτές τις περιπτώσεις λειτουργούν συχνά ως «Συνεξαρτώμενοι» (Enablers). Όταν ο αδερφός/συγγενής δημιουργεί μια κρίση, οι γονείς βιώνουν τεράστιο άγχος. Θέλουν απλώς να σταματήσει αυτό το άγχος όσο πιο γρήγορα γίνεται.

    Γιατί στοχεύουν εσένα; Όχι επειδή σε μισούν, αλλά επειδή είσαι ο ασφαλής στόχος. Ξέρουν ότι αν πιέσουν τον ανεύθυνο, εκείνος θα φωνάξει, θα απειλήσει, θα δημιουργήσει δράμα. Εσύ, από την άλλη, είσαι λογικός, έχων ενσυναίσθηση και υποχωρητικός. Στο μυαλό τους, είναι πιο εύκολο να πιέσουν εσένα να υποχωρήσεις παρά να βάλουν σε τάξη το χάος του άλλου. Ουσιαστικά, σε θυσιάζουν για να κατευνάσουν το ηφαίστειο.

    3. Αλλαγή Οπτικής: Η διάσωση είναι μορφή κακοποίησης

    Για να καταπολεμήσεις την ενοχή, πρέπει να συνειδητοποιήσεις τι ακριβώς κάνεις όταν τους σώζεις. Όταν διασώζεις διαρκώς έναν ενήλικα από τις συνέπειες των επιλογών του, τον αντιμετωπίζεις ως ανίκανο νήπιο.

    Η συνέπεια της διάσωσης: Του στερείς το μοναδικό κίνητρο που υπάρχει για να αλλάξει συμπεριφορά (τον πόνο της συνέπειας). Η άρνησή σου να βοηθήσεις δεν είναι σκληρότητα· είναι η απόλυτη πράξη σεβασμού προς την ενηλικίωσή του. Όταν αρνείσαι να γίνεις το μαξιλαράκι του, του δίνεις την ευκαιρία να μεγαλώσει.

    4. Πρακτικές στρατηγικές αντιμετώπισης απέναντι στους συγγενείς

    Όταν ξεκινήσει το «σφυροκόπημα» των ενοχών από τους γονείς («δεν τον λυπάσαι;», «θα μας πεθάνετε», «αίμα σου είναι»), χρειάζεσαι συγκεκριμένη τακτική:

    Ο Κανόνας της Σπασμένης Πλάκας: Επίλεξε μια σταθερή απάντηση και επανάλαβέ την χωρίς καμία απολύτως παραλλαγή ή εξήγηση.

    Γονιός: «Μα θα μείνει στον δρόμο, κάνε κάτι!»

    Εσύ: «Συμφωνώ ότι είναι κρίμα. Ξέρω όμως ότι μπορεί να βρει λύση μόνος του.»

    Διαχώρισε την αγάπη από το πορτοφόλι (ή τον χρόνο σου): Δείξε στους γονείς ότι η αγάπη δεν ταυτίζεται με την υποταγή.

    Εσύ: «Τον αγαπάω και είμαι δίπλα του συναισθηματικά. Αλλά δεν θα χρηματοδοτήσω τις κακές του επιλογές. Αν θέλετε να το κάνετε εσείς, είναι δικό σας δικαίωμα, αλλά μην απαιτείτε να το κάνω εγώ.»

    Απόδωσε πίσω την ευθύνη του συναισθήματος: Όταν η μητέρα/πατέρας λέει «θα πάθω εγκεφαλικό/έμφραγμα με εσάς», θυμήσου ότι το άγχος τους είναι δική τους ευθύνη, όχι δική σου.

    Απάντηση: «Καταλαβαίνω ότι αγχώνεσαι πολύ, αλλά αυτό είναι ένα θέμα που πρέπει να λύσει ο ίδιος. Το να καταστρέψω εγώ τη δική μου ασφάλεια δεν θα λύσει το πρόβλημα, απλώς θα δημιουργήσει δύο προβλήματα.»

    5. Αποδέξου τον ρόλο του «Κακού»

    Η απόλυτη ελευθερία έρχεται τη στιγμή που κοιτάς τον καθρέφτη και λες: «Αν το να προστατεύω τον εαυτό μου και τον κόπο μου με κάνει κακό στα μάτια τους, τότε ας είμαι ο κακός της ιστορίας τους.» Δεν μπορείς να ελέγξεις το αφήγημα που θα χτίσουν για εσένα προκειμένου να δικαιολογήσουν τη δική τους αδυναμία. Οι τοξικοί άνθρωποι και οι συνεξαρτώμενοι γύρω τους θα σε χαρακτηρίσουν εγωιστή ακριβώς τη στιγμή που θα σταματήσεις να βάζεις τις δικές τους ανάγκες πάνω από τις δικές σου. Η ενοχή διαλύεται όταν συνειδητοποιείς ότι ο χαρακτηρισμός «εγωιστής» στο στόμα τους, σημαίνει απλώς: «Δεν κάνεις αυτό που βολεύει εμένα».

    Κλείνοντας, από τη θέση του εν δυνάμει »ψυχοθεραπευτή», ας κάνουμε ένα μικρό κουίζ: Μαντέψτε ποιοι από τους πρωταγωνιστές των παραπάνω σεναρίων καταλήγουν τελικά στην καρέκλα του θεραπευτή και ποιοι όχι. Ακριβώς!
    Είναι, άλλωστε, γνωστό το αστείο —που κρύβει μέσα του την απόλυτη αλήθεια— ότι, συνήθως, οι άνθρωποι που κάνουν ψυχοθεραπεία βρίσκονται εκεί εξαιτίας εκείνων που αρνούνται να κάνουν! Ωστόσο, η ψυχοθεραπεία είναι εξαιρετικά ευεργετική για έναν κατά βάση υγιή άνθρωπο. Σκοπός της δεν είναι να μετατραπεί απλώς σε ένα «εκπαιδευτικό κέντρο επιβίωσης» για να μάθεις να αποκρούεις τέτοιες καταστάσεις και συμπεριφορές. Είναι, πρωτίστως, το μεγαλύτερο δώρο που οφείλεις στον εαυτό σου. Το κάνεις για να είσαι σε θέση να διαχειρίζεσαι σωστά τα συναισθήματά σου, να χτίζεις αδιαπέραστα και ξεκάθαρα όρια απέναντι στους άλλους και να μαθαίνεις να διεκδικείς τον χώρο σου χωρίς ίχνος κατασκευασμένης ενοχής. Όταν η δική σου ψυχική υγεία βρίσκεται σε απόλυτη ισορροπία, ολόκληρη η ζωή σου αποκτά αρμονία. Και μην ξεχνάς το πιο σημαντικό: Μόνο όταν εσύ πατάς γερά στα πόδια σου, μπορούν να νιώσουν πραγματική ασφάλεια, σταθερότητα και γαλήνη και οι άνθρωποι που στηρίζονται υγιώς και αληθινά σε εσένα.

    Psychanic

  • Νιώθεις μόνος; Νίκησες!

    Το να δηλώσεις άγνοια στις μέρες μας ισοδυναμεί με το να παραδέχεσαι ότι είσαι άσχετος, βαρετός και μονότονος. Αν παρατηρήσει κανείς τον δημόσιο και ιδιωτικό μας περίγυρο με μια έστω στοιχειώδη ψυχολογική ματιά, θα διαπιστώσει πως έχουμε εγκλωβιστεί σε έναν νευρωτικό καταναγκασμό: την υποχρέωση να φέρουμε μια έτοιμη, απόλυτη και αδιαπραγμάτευτη άποψη για τα πάντα. Το «δεν γνωρίζω» έχει καταργηθεί από το λεξιλόγιό μας. Κανείς, πλέον, δεν δικαιούται να μην ξέρει.

    Ζούμε στην εποχή της λογοδιάρροιας και της υποχρεωτικής βεβαιότητας. Από τα πολύπλοκα γεωπολιτικά παίγνια και τις πανδημικές κρίσεις, μέχρι την ανάλυση της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης, τα μικροοικονομικά μοντέλα και τη νομική επιστήμη, η κοινωνία έχει γεμίσει από ειδήμονες της στιγμής. Η πληροφορία είναι άμεσα διαθέσιμη και η ψευδαίσθηση ότι η ανάγνωση ενός τίτλου άρθρου ισοδυναμεί με κατάκτηση της γνώσης, έχει δημιουργήσει στρατιές παντογνωστών.

    Αυτή η πληθωριστική παραγωγή γνώμης συνοδεύεται, μάλιστα, από έναν επιβεβλημένο και ακραίο συναισθηματισμό. Το συναίσθημα έχει μετατραπεί σε εργαλείο κοινωνικής επικύρωσης. Αν η άποψή σου δεν πλαισιώνεται από δημόσια οργή ή από μια θεατρική επίδειξη απόλυτης συντριβής και πένθους, κινδυνεύεις να χαρακτηριστείς απαθής, συνένοχος ή απλώς, αόρατος. Αν δεν φωνάζεις, δεν υπάρχεις. Το βλέπεις παντού γύρω σου. Βλέπεις, για παράδειγμα, να λέει ο διαγωνιζόμενος ενός ριάλιτι στους κριτές ότι το τραγούδι που τραγούδησε ήταν για να εκφράσει τα παιδιά στο Τζιμπουτί, ο οπερατέρ να κάνει κοντινό στην κριτή που έχει ήδη βουρκώσει, εκείνη να σηκώνεται για να τον πάρει μια βαθιά συγκινημένη αγκαλιά και το κοινό να ξεσπά σε χειροκροτήματα. Το βλέπεις και λες… τι στο διάολο ήταν τώρα αυτό;

    Αν ξύσουμε, όμως, αυτή την επιφάνεια του θορύβου, δεν θα βρούμε ούτε γνώση, ούτε πραγματική ενσυναίσθηση, ούτε συμπόνια. Θα βρούμε μόνο τη ναρκισσιστική αγωνία του σύγχρονου ανθρώπου να πείσει τους άλλους –και κυρίως τον εαυτό του– ότι έχει υπόσταση. Ψάχνουν όλοι απεγνωσμένα να εκβιάσουν λίγη προσοχή.

    Εδώ έγκειται και η τραγωδία της εποχής μας: στο γεγονός ότι επιβραβεύει την αλαζονεία της ημιμάθειας. Ένας καλλιεργημένος και σοβαρός άνθρωπος, που έχει αφιερώσει χρόνο στην παρατήρηση, τη μελέτη και την εσωτερική αναζήτηση, γνωρίζει καλά πως ο κόσμος είναι τρομακτικά σύνθετος. Αντιλαμβάνεται τις γκρίζες ζώνες, τις κρυφές μεταβλητές, τις χαώδεις αντιφάσεις της ανθρώπινης φύσης. Η σιωπή του απέναντι σε ένα σοβαρό ζήτημα δεν είναι κενό· είναι ο απαραίτητος χώρος που αφήνει για να επεξεργαστεί την πληροφορία. Είναι ένδειξη σεβασμού απέναντι στην αλήθεια. Προφανώς και ένας τέτοιου επιπέδου άνθρωπος δε θα μπορούσε να συμμετέχει στο παράδειγμα του ριάλιτι που ανέφερα παραπάνω.

    Ο ο άνθρωπος που στερείται βάθους και κριτικής σκέψης, τρομάζει μπροστά στην αβεβαιότητα. Η άγνοιά του μεταφράζεται σε θράσος, δίνοντάς του την απόλυτη σιγουριά. Όσο λιγότερα καταλαβαίνει για ένα θέμα, τόσο πιο φανατικά το υποστηρίζει.

    Η απόδειξη αυτής της ρηχότητας εκτυλίσσεται καθημερινά μπροστά μας, με έναν τρόπο που αγγίζει τα όρια του κωμικοτραγικού, κυρίως μέσα από τους κοινωνικούς χαμαιλέοντες που μας περιτριγυρίζουν. Αρκεί να βρεθείς σε ένα συνηθισμένο τραπέζι ή σε μια καφετέρια, απέναντι σε ανθρώπους που μέσα σε λίγα λεπτά έχουν αναλύσει και επιλύσει τα μεγαλύτερα δομικά προβλήματα του πλανήτη. Μιλούν με πάθος, κουνάνε το δάχτυλο, μοιράζουν ευθύνες με απόλυτη βεβαιότητα. Αν, όμως, εκείνη τη στιγμή τολμήσεις να διαρρήξεις τη φούσκα τους και να πεις με ψυχραιμία: «Παιδιά, πρόκειται για ένα θέμα με τόσες παραμέτρους και τόσα επίπεδα που αγνοούμε, που πραγματικά είναι αδύνατον να έχουμε μια ξεκάθαρη και ασφαλή άποψη», η αντίδρασή τους αποκαλύπτει όλη την υποκρισία τους.

    Το πιο πιθανό είναι ότι δεν θα υπερασπιστούν το πάθος με το οποίο μιλούσαν μέχρι πριν από ένα δευτερόλεπτο. Θα προσαρμοστούν ακαριαία σαν χαμαιλέοντες, και θα γνέψουν συγκαταβατικά: «Ε, μα φυσικά. Τι λέμε τόση ώρα; Είναι αδύνατον να ξέρεις». Αυτή η αστραπιαία μεταστροφή είναι ανατριχιαστική. Οικειοποιούνται τη δική σου οπτική επειδή ακούστηκε πιο βαθιά, πιο σοβαρή. Συμφωνούν μαζί σου, όχι επειδή το πιστεύουν, αλλά από τον απόλυτο πανικό μήπως, μπροστά στη δική σου μετριοπάθεια, η δική τους απόλυτη γνώμη φανεί γραφική και αμόρφωτη. Οι φωνές τους δεν ήταν ποτέ προϊόν σκέψης. Ήταν απλώς μια απεγνωσμένη προσπάθεια επιβεβαίωσης.

    Αυτή η ίδια απεγνωσμένη ανάγκη κρύβεται και πίσω από την επιδημία της πρόχειρης ψυχανάλυσης. Βλέπεις ανθρώπους που η μόνη τους επαφή με την επιστήμη είναι κάποιο βιντεάκι τριάντα δευτερολέπτων στο TikTok, να έχουν μετατραπεί σε αυθεντίες της κλινικής διάγνωσης. Κάθονται απέναντί σου και πετάνε όρους όπως «τοξικός», «ναρκισσιστής», «gaslighting» και «ανεπίλυτο τραύμα», για να περιγράψουν απλώς το γεγονός ότι ο σύντροφός τους διαφώνησε μαζί τους ή ότι ο συνάδελφος δεν τους είπε καλημέρα. Το επιστημονικό λεξιλόγιο έχει ευτελιστεί και η απόλυτη άγνοια ντύνεται με δήθεν βαρύγδουπη ιατρική ορολογία, απλώς για να νιώσουν ότι ελέγχουν το αφήγημα και ότι είναι τα αιώνια, αλάνθαστα θύματα.

    Την ίδια φτήνια συναντάς και στον ψηφιακό ακτιβισμό της μίας μέρας. Συμβαίνει μια παγκόσμια τραγωδία, ένας πόλεμος, μια καταστροφή. Μέσα σε λίγες ώρες, το διαδίκτυο γεμίζει από μαυρισμένα προφίλ, δακρύβρεχτα αποφθέγματα και σημαίες χωρών που οι περισσότεροι δεν ξέρουν καν να δείξουν στον χάρτη. Νιώθουν την καταναγκαστική υποχρέωση να κάνουν μια ανάρτηση, να δείξουν δημόσια ότι «συμπάσχουν», τρέμοντας μήπως το ψηφιακό δικαστήριο τους κατηγορήσει για σιωπή. Είναι ένας ακτιβισμός του καναπέ, ρηχός και απόλυτα εγωκεντρικός. Και ακριβώς είκοσι τέσσερις ώρες μετά, η παγκόσμια θλίψη εξατμίζεται αθόρυβα, για να δώσει τη θέση της στην επόμενη ανάρτηση με τη φωτογραφία από το κυριακάτικο brunch τους ή τη συναυλία που πήγαν στους Metallica.

    Και φυσικά, ο παραλογισμός κορυφώνεται στα επαγγελματικά δίκτυα τύπου Linkedin, εκεί που η ματαιοδοξία συναντά την απόλυτη κενολογία. Βλέπεις ανθρώπους να μετατρέπουν μια εντελώς κοινή και συνηθισμένη στιγμή –όπως το ότι έχασαν το λεωφορείο ή ότι ήπιαν έναν καφέ με τον διευθυντή τους– σε ένα κατεβατό δέκα παραγράφων για την «ηγεσία», την «ανθεκτικότητα» και το νόημα της ζωής. Και από κάτω, δεκάδες άλλοι πρόθυμοι κομπάρσοι χειροκροτούν αυτή την ανοησία, γράφοντας «Εξαιρετική τοποθέτηση!» και «Πόσο αληθινό!». Ένα θέατρο του παραλόγου, όπου όλοι προσποιούνται ότι παράγουν σοφία, ενώ στην πραγματικότητα απλώς ικανοποιούν τον επαγγελματικό τους ναρκισσισμό.

    Όλο αυτό το στημένο θέατρο, αυτή η κακή παράσταση, δεν προκαλεί απλώς κούραση. Για τον άνθρωπο που διατηρεί τον εσωτερικό του πυρήνα ανέπαφο και το μυαλό του σε εγρήγορση, προκαλεί έναν βαθύ, υπαρξιακό πνιγμό. Αρχίζεις να νιώθεις ξένος μέσα στην ίδια σου την καθημερινότητα. Βλέπεις τις ανθρώπινες σχέσεις να εκπίπτουν σε ανταλλαγές δανεικών απόψεων και υποκριτικών, «κονσερβοποιημένων» συναισθημάτων, και νιώθεις μια ενστικτώδη αηδία. Αναρωτιέσαι πώς είναι δυνατόν όλοι να συμμετέχουν τόσο πειστικά σε αυτή τη συλλογική φάρσα, χωρίς να καταλαβαίνουν πόσο γελοίοι γίνονται.

    Φτάνεις στο σημείο να λες μέσα σου μετριοπαθή άνθρωπε «δεν γίνεται να είναι όλοι λάθος και εγώ να είμαι ο σωστός». Είναι η στιγμή που το φέρνεις στο τραπέζι να το συζητήσεις με τον ψυχοθεραπευτή σου, αφού το νιώθεις βαθιά το πρόβλημα της μοναξιάς, ακόμα και όταν δεν βρίσκεσαι ποτέ μόνος σου.

    Εδώ βρίσκεται το τραγικό της υπόθεσης: η στιγμή που το βάρος της κριτικής σκέψης μοιάζει με κατάρα. Καθώς αρνείσαι να ενδώσεις στον εκβιασμό της εύκολης άποψης, κάνεις ένα μοιραίο, αλλά αναπόφευκτο βήμα προς τα πίσω. Μέσα σε όλες αυτές τις σκέψεις και την απελπισία υπάρχει η πιθανότητα να πείσεις τον εαυτό σου ότι τελικά φταις εσύ που είσαι μόνος σου. Πως κάτι θα πρέπει να αλλάξεις για να γίνεις αρεστός από τον περίγυρο, για να μπορέσουν να «αντέξουν» την ευφυΐα σου, την απλότητά σου, την ειλικρίνεια και την ευθύτητά σου. Αυτά ίσως να στα συμβουλέψει και ο ίδιος ο ψυχολόγος σου.

    Όταν όμως συνειδητοποιείς σε τι καταστροφική λούπα πας να πέσεις, τι κάνεις; Επιλέγεις τη σιωπή. Επιλέγεις την αποχή. Και εκεί ακριβώς, σε αυτό το βήμα προς τα πίσω, γεννιέται μια σιωπηλή, βαριά μοναξιά, η οποία μετατρέπεται πλέον σε μια καθαρή πράξη αντίστασης.

    Δεν πρόκειται για τη μοναξιά του μισάνθρωπου, ούτε για την απομόνωση του ελιτιστή που νιώθει εγωιστικά ανώτερος και υπερόπτης. Είναι η επιβεβλημένη εξορία του ανθρώπου που ασφυκτιά μέσα στο ψέμα. Είναι το οδυνηρό, αλλά απολύτως απαραίτητο τίμημα του να παραμένεις αυθεντικός σε μια κοινωνία που τρέφεται από φθηνά αντίγραφα. Όταν το να ανήκεις σε μια παρέα, σε έναν διαδικτυακό διάλογο ή σε μια επαγγελματική κλίκα προϋποθέτει να ακρωτηριάσεις την κριτική σου ικανότητα, να καταπιείς την αξιοπρέπειά σου και να φορέσεις τη μάσκα του παντογνώστη, ο άνθρωπος με αξίες θα επιλέξει συνειδητά να μην ανήκει. Θα προτιμήσει την καθαρότητα της απομόνωσής του από τη σαπίλα της μάζας.

    Ίσως τελικά, η μόνη πραγματική διέξοδος απέναντι σε όλο αυτόν τον θόρυβο, να μην είναι η διαρκής αντιπαράθεση. Ίσως η λύση να είναι η ριζική αποδοχή αυτής της απόστασης. Να σταματήσουμε να αντιμετωπίζουμε τη μοναξιά μας ως σύμπτωμα αδυναμίας ή κοινωνικής αποτυχίας, και να την αγκαλιάσουμε ως αυτό που πραγματικά είναι.

    Μόλις, όμως, κατακτήσεις αυτή τη μοναξιά, η απομόνωση παύει να είναι αυτοσκοπός. Μετατρέπεται στο αυστηρό φίλτρο που θα σε οδηγήσει στα περιβάλλοντα που πραγματικά σε γεμίζουν. Διάβαζε βιβλία. Ψάξε να βρεις κοινά ενδιαφέροντα μέσα από ανθρώπους που διαβάζουν τα ίδια βιβλία με εσένα, παρόμοια άρθρα. Όταν χάνεστε στις ίδιες σελίδες, είναι εξαιρετικά πιθανό να μοιράζεστε και τους ίδιους, βαθιούς προβληματισμούς. Είναι εξαιρετικά πιθανό να ταιριάξετε ψυχικά. Και τότε, ξαφνικά, αυτό το «πρόβλημα» της μοναξιάς θα αρχίσει να λύνεται από μόνο του – όχι εκβιαστικά, αλλά αβίαστα και ουσιαστικά.

    Ίσως, τελικά, αυτός να είναι και ο μοναδικός λόγος που δημιουργήθηκε αυτό το blog.


    Psychanic

  • Μπράβο ΜΑΛΑΚΑ, είσαι υπεύθυνος!

    Παρατηρώντας τον κόσμο ξανά και ξανά – και τον εαυτό μου μαζί – βλέπω οτι είμαστε όλοι τόσο προβλεψιμοι που απορώ γιατί πάμε σαν τα πρόβατα στη σφαγή.
    Παρ όλα αυτά εγώ θα γράψω και ια προσπαθήσω να βαλω σε σειρά κάποιες σκέψεις μου μπας και μου πει κανείς οτι ζω σε άλλο κόσμο και ανακουφιστω.

    Ζούμε το όνειρο άλλων!

    Πόσο λάθος να ακολουθείς οτι σου λένε.
    Να μάθεις ξενη γλώσσα, να πας σχολή, να νοικοκυρευτεις, να πάρεις δικό σου σπίτι, πρέπει να γίνεις ελεύθερος επαγγελματίας μην τυχόν και γίνεις υπάλληλος και σε κοροϊδεύει η κοινωνια. Παρε ενα μαγαζί ρε! Πρέπει να παντρευτείς να νοικοκυρευτεις. Ολα αυτά οδηγούν στη δυστυχία σου.
    Ακολουθήσαμε τα όνειρα άλλων,
    Φροντιστήρια, αγγλικά γαλλικά χορο, ενόργανη κολύμβηση, μουσική λες και σε ετοίμαζαν για το Ελλάδα έχεις ταλέντο.
    Δεν πήρα lower, αλλά προετοιμαζομουν για proficency. Έχασα 500 ώρες ποδοσφαίρου και μπάσκετ με τους φίλους μου ολα αυτά τα απογεύματα. Οι άλλοι παίζανε στις αλάνες κι εγώ πήγαινα να κάνω αγγλικά. Μετά φροντιστήριο μαθηματικά. Παράγωγος του χ =1 και τι με νοιαζουν ολα αυτά; ποτέ δεν κατάλαβα. 15 χρονών ήμουν και αντι να κάνω ποδήλατο ολη μερα και να παίζω και να γκομενιζω, έκανα 5-7 αγγλικά και έλεγα δε μπορώ έχω αγγλικά σήμερα.
    Και μάλιστα έλεγα αααα εγώ είμαι υπεύθυνο παιδί δεν είμαι σαν κι αυτούς τους ρεμπελους και ενιωθα και περήφανος. Κι ακόμα πιο πολύ περήφανος ένιωθα γιατί τα Σαββατοκύριακα δούλευα στις ευημεριδες για να έχω το δικό μου πορτοφόλι και να έχω λεφτά. Πήγαινα και κουβαλαγα ευημεριδες και περιοδικά και χαιρόμουνα που ήξερα απ έξω ολα τα περίπτερα και στοιβαζα γρήγορα τις επιστροφές. Νααα ΜΑΛΑΚΑ! Ίδιος ΜΑΛΑΚΑΣ και ο αδερφός μου. Θα είχα μάθει τώρα να κάνω σούζα με το ποδήλατο, να κάνω πατίνι, να κάνω lay up με το αριστερό, θα είχα φλερτάρει με 10 – 20 κοπέλες παραπάνω. Όλα αυτά τα μετανιώνω.
    Οι γονείς ήθελαν να σε σπουδάσουν, τέλος. Να σαι καλός μαθητής. Εγώ φορούσα το καπέλο του αριστούχου, και ο αδερφός μου φορούσε το καπέλο του σκράπα που δεν παίρνει τα γράμματα άρα αν αυτός έφερνε βαθμό 15 θα τον κοιτούσαν σαν εξωγήινο – κάποιος φούρνος γκρεμίστηκε – και αν το έφερνα εγω ήταν ντροπή να γίνω τούβλο σαν τον αδερφό μου. Δε μπορούσε τότε εύκολα κάποιος νέος να πει εγώ δεν σπουδάζω. Θα έτρωγε τέτοιο ψυχολογικό πόλεμο απ το σπίτι του που ούτε να το σκεφτεί σαν ιδέα δεν θα το θελε το παιδί. Αυτόματα ήσουν στην κατηγορία του σκουπιδιάρη, με αυτον σε παρομοιαζαν οι γονείς αν δε διάβαζες.
    Όλοι έχουν τώρα ενα χαρτί, ολοι σπουδαγμενοι και άριστοι σε μια κοινωνία βαρια αμόρφωτων.
    Ο άλλος μπήκε στο πολυτεχνείο έχασε πόσα χρόνια πόσες ώρες απ τη ζωή του για να γίνει ναυπηγος να πάει στη ναυτιλιακή στην Καλλιθέα και να τον στέλνουν 3 χρόνια να βγάζει φωτοτυπίες, να φέρνει καφέ και να είναι απο τις 10:00 μέχρι τις 20:00 ολη μέρα μπροστά απ τον υπολογιστή για να στέλνει email και να συμπληρώνει έντυπα για 1200€ το μήνα μεικτά. Αυτόν τον ειρωνευοταν κιολας ενα τσουτσεκι που είχε μπει με βισμα και ήταν ένας άχρηστος.
    Έτσι ταλαιπωρειται στη δουλειά του και το αδερφάκι μου το «τούβλο» που έχει πια πειστεί πως μέχρι ένα σημείο μπορεί να φτάσει και έχει μονίμως μια εσωτερική ανάγκη να αποδυκνυει οτι δεν είναι το τούβλο του περίγυρου.
    Γαμω το μουνι που σε πέταγε Μπαμπά!

    Ποιος το όρισε οτι πρέπει να κάνουμε ολα αυτά τα πράγματα;
    Γιατί όλοι πρέπει να έχουμε ενα χαρτί; Να είμαστε μορφωμένοι.
    Μας έλεγαν παρε το χαρτί, είναι χρήσιμο ενα χαρτί. ΠΟΥ ΡΕ ΜΑΛΑΚΕΣ?
    Έχουμε τόσους που σπούδασαν διοίκηση επιχειρήσεων, βιβλιοκομοι, φυσιοθεραπευτες και πολιτικές επιστήμες και αν τους ρωτήσεις τι δουλειά κάνουν θα σου πουν κατι άλλο άσχετο. Κι εγώ άλλη δουλειά κάνω. Με προσωπικό κόπο εξελίχθηκα κι όχι απ το χαρτί.
    Όλοι είμαστε καλοί σε κάτι αλλά δεν σου επιτρέπεται να το εντοπίσεις. Μου πήρε κοντά 10 χρόνια να ξεφορτωθώ τα σκουπίδια που μου φόρτωσαν οι μαλακες οι γονείς μου.
    Παντού εμπόδια!

    Ζήτησαν τον αδερφό μου θυμάμαι απο μια ομάδα που έπαιζε μπάσκετ… και μάλιστα καλό μπάσκετ… Ήταν και σε κάτι καλό το «τούβλο» απλώς μεγάλωσε στη λάθος οικογένεια!
    Κανεις απ τη γαμημενη την οικογένεια δεν το πήρε σοβαρά τότε. Ηταν πιο σημαντικό να ασχοληθεί με τα μαθήματά του και να μάθει αγγλικά για να βρει μια καλή δουλειά να νοικοκυρευτει.
    Κάνεις δεν τον υποστήριξε. Εγώ ήμουν μικρός θυμάμαι και δε μπορούσα να τον βοηθήσω ενεργά. Δεν τα καταλάβαινα όλα αυτά. Αλλά θυμάμαι οτι τον ειχαν πείσει οτι δεν έχει το κατάλληλο ύψος. Κάνεις δεν τον έπεισε να προσπαθεί ξανά και ξανά μέχρι το τέλος, μέχρι να αποδείξει το ταλέντο του στο μπάσκετ. Αν ηταν για θέση στο δημόσιο θα πασχιζαν όλοι στην οικογένεια να τον βολέψουν.Να το βοηθήσουν το παιδί να μπει στο λιμενικό. Για μέχρι εκεί τον είχαν ικανό… τα γράμματα δεν τα παίρνει, να μπει στο δημόσιο τουλάχιστον να ζει με αξιοπρέπεια. Κι εκεί θα ειχαν πετύχει διάνα σα γονείς!

    Τον έπεισαν κι αυτόν οτι πρέπει να είναι υπεύθυνος άρα παει και το όνειρο.
    Υπεύθυνος σημαίνει άλλο πράγμα… όχι χόμπι και μαλακιες.
    Οταν μεγαλώνεις με αυτόν τον τρόπο, η εύκολη λύση είναι να το ακολουθήσεις αυτό το μοτίβο. Αν κάτσει και κανένας τραυματισμός, λες μετά… εεε εντάξει έτσι κι αλλιώς δε μπορούσα να παίξω και αντί να το παλέψεις, επιστρέφεις στη σιγουριά που είναι και αποδεκτή απο όλους. Αυτή η απόφαση να μην το παλέψεις σε βγάζει απο τη δύσκολη θέση και είναι και όλοι χαρούμενοι. Έχεις εξασφαλίσει τη σιωπή όλων γυρω σου.
    Κρίμα που ο Διαμαντιδης και ο Σπανουλης δεν σπουδασαν πολιτικές επιστήμες και παίζουν μπάσκετ απ τα 5 τους και τώρα είναι 40 και έχουν βγει εδώ και 6-7 χρόνια στη σύνταξη με περιουσία 10 εκατομμύρια ο καθένας.
    Αν ποτέ το διαβάσει αυτό το κείμενο το αδερφάκι μου θα σκεφτεί οτι » εεε εντάξει τώρα μου συγκρίνεις το Διαμαντιδη και το Σπανουλη, αυτοί είναι άλλο!»
    Δυστυχώς δε θα μάθεις ποτέ την αλήθεια αδερφέ, στα κόψανε τα φτερά!
    Σε έμαθαν να σκέφτεσαι με τέτοιο τρόπο ώστε να συγκρίνεις τον εαυτό σου με το άπιαστο ώστε να μη νιώσεις και τύψεις αν τα παρατήσεις. Θα είναι η μόνιμη εσωτερική δικαιολογία σου για οτι στραβό κι αν συμβαίνει στη ζωή σου.

    Πρέπει να σαι προκομενος, αυτό ήταν το μότο.
    Να χτίσεις ενα σπίτι. Τι θα μένεις στο νοίκι; τι είσαι ρε φοιτητής; είναι σοβαρά πράγματα αυτά; Τώρα παίρνεις καλό μισθό 1100 ευρώ, παρε ενα δάνειο και πάρε το δικό σου σπίτι. Πρέπει να σαι προκομενος. Να βάλεις ενα κεραμίδι πανω απ το κεφάλι σου.
    Γίνε ΜΑΛΑΚΑ σκλάβος της τράπεζας για 35 χρόνια να πληρώνεις 800€ δόση και αν της καυλώνει της τραπεζας με τα επιτόκια θα έχεις φτάσει 55 χρόνων και θα χρωστάς ακόμα 200 χιλιάρικα. Τουλάχιστον θα λες έχω το δικό μου σπίτι. ΝΑ ΜΑΛΑΚΑ.
    Πάλευα κι εγώ να εκπληρώσω αυτό το όνειρο… να πάρω ενα σπίτι στην Ελλάδα με δάνειο…
    Κι όμως αυτό ήταν το απωθημένο μου… και ο αδερφός μου το ίδιο απωθημένο έχει!
    Δες αξίες ππυ μας φόρτωσαν…
    Τα προβλήματα και τις λύσεις τους δεν τα χει σκεφτεί κανείς!
    και να μετακομίσουν λέει και δυο τρεις οικογένειες γυφτων δίπλα να σε ξυπνάνε κάθε πρωί με Σοτη Βολανη και Γονιδη.
    Αυτή θα είναι η ζωή σου και τέλος αλλά θα σαι νοικοκυρεμενος.
    Ελα να γίνει και καμιά στραβή και να φουσκωσουν τιποτα πατωματα, να σπασει καμια σωλήνα πλήρωνε και πεντοχιλιαρα και πέθανε μέσα εκεί με τα άγχη και την ταλαιπωρία σου. Βρες τώρα μάστορα να πληρώνεις κι εκεί και να χαλάς τα ρεπο σου για να προσέχεις τους μαστορες μη σου κάνουν καμία ζημιά. Βάλε ηλεκτρικά μέσα με 5 χιλιάρικα με δόσεις απ τον κωτσοβολο και άλλα 1000€ ασφάλειες και επέκταση εγγύησης και να γαμηθεις να χαλας τη ζωή σου στα τηλέφωνα για να συνεννοηθείς με την LG και τον κωτσοβολο για να σου επισκευασουν τη βλάβη που έβγαλε το πλυντήριο και ο φούρνος. Μόλις καταφέρεις να τα οργανώσεις ολα αυτά θα σου λένε και μπράβο που τους τα είπες και τους έβαλες όλους στη θέση τους. ΜΠΡΑΒΟ ΜΑΛΑΚΑ! Έχασες άλλες 48 ώρες να παλεύεις να βγάλεις άκρη για μαλακιες αντί να ξύνεις τα παπαρια σου.
    Αλλά τώρα είσαι υπεύθυνος!
    Παρε και ενα εξοχικό στην Εύβοια να έχεις να πηγαίνεις τα καλοκαίρια.
    πήγαινε σκλαβε. Μόνο εκεί θα πηγαίνεις διακοπές. μην τυχον και πας πουθενά αλλού. Τώρα έχεις εξοχικό στην Εύβοια.
    Να φας μετά και ενα χωρισμό να τα χαίρεσαι μόνος σου ΜΑΛΑΚΑ!
    Πλήρωνε ενφια τώρα 350€ το χρόνο. σε χάλαγε να σαι σ ένα νοικι.

    Δε βγάζει λεφτά ο υπάλληλος ρε δε βγάζει λεφτά, τους συντηρείς ρε.
    Πήγαινε γίνε ελεύθερος επαγγελματίας, πήγαινε στο λογιστή και ανοιξε εταιρία με έδρα το σπίτι σου.
    Χαζός είσαι; γιατί να μην έχεις το άγχος μη μπεις φυλακή κάποια στιγμή;
    Είσαι υπάλληλος και βλέπεις τον εργοδότη σου οτι έχει βγάλει δωδεκαδακτυλο και του χει πρηστεί το νεφρό απ το αγχος του για να σε πληρώσει και να είναι εντάξει στις υποχρεώσεις του. Δες αυτόν και γίνε σαν κι αυτόν.
    Μην τυχόν και θες να είσαι υπάλληλος 09:00-18:00 και σαββατοκύριακο να μη σηκώνεις το τηλέφωνο γιατί ξύνεις τα παπαρια σου ολη μέρα και έχεις γίνει και φέτες γιατί πας 5 φορές τη βδομάδα γυμναστήριο. Σε χαλάνε τα 1000€ ευρώ το μήνα και άλλα δυο χιλιάρικα μπονουςνκαι δώρα. Πήγαινε να γίνεις σαν τον εργοδότη σου. Να παίρνεις χάπια για να κοιμηθείς.
    Δεν τον βλέπεις ρε;
    Ποιος είναι πιο υγιείς εσύ ή αυτός;
    Ε εντάξει επιχειρηματίας δεν το χω να γίνω αλλά θα βρω μια καλή δουλειά και θα ανέβω ιεραρχία και θα πληρώνομαι καλά. Έτσι και ο κύκλος μου θα γνωρίζει οτι είμαι σημαντικός και κάνω δύσκολη και απαιτητική δουλειά με ευθύνη. Πάλι ΜΠΡΑΒΟ ΜΑΛΑΚΑ! Θα κλαις με μαύρο δάκρυ. Σκλάβος θα γίνεις στα γούστα τοξικών αρχιδιων που θα σου πιουν το αίμα.
    Θα τα φας στους ψυχολόγους βρε ΜΑΛΑΚΑ τα έξτρα λεφτά που βγάζεις επειδή θες να έχεις τίτλο!

    Άλλη μαλακια,
    Άνοιξε λέει ένα francsice. ενα Γρηγόρη.
    Πρε κι άλλο δάνειο 150 χιλιάρικα να είσαι εκεί με ολα τα άγχη για την επιχείρηση.
    Παρε και τη γυναικα σου να δουλεύει εκεί να δεις πόσο καλά θα πάει αυτό. Θα χωρίσεις ρε μαλακα. Θα σιχαθεί ο ένας τον άλλον. Πάει η ζωή σας τελείωσε.

    Έχεις πάει 20 χρόνων, φυγε απ το σπίτι σου άργησες. Ακόμα με τη μάνα σου μένεις; Ντροπή. Πρέπει να εξελιχθείς.
    Να συνεισφέρεις οικονομικά στην οικογένειά σου. Αν το κάνεις αυτό, ενα είναι σίγουρο. Θα κληρονομισεις μόνο χρέη. Ολα τα χωράφια και τα διαμερίσματα θα τα πάρει ο κοπρίτης ο αδερφός σου με το έτσι θέλω. Γιατί ηταν μια ζωή στ αρχιδια του. Μια ζωή ένα ρεμάλι που κάθετε όλη μέρα και πίνει καφέ και παίρνει επίδομα. Στ αρχιδια του. Θα σου πει, που ήσουν εσύ; εσύ ήσουν μακρυά στην οικογενεια σου. εγώ πρόσεχα τη μάνα και τον πατέρα. Ολα δικά του ρε. Δούλευε εσύ σα μαλακας.

    Τώρα είναι αργά δε μπορείς να γυρίσεις πίσω. Έχεις χτίσει τόσες υποχρεώσεις και τόσα πρέπει που δεν υπάρχει γυρισμός. Τελείωσες.!!!

    Πρέπει να κάνεις παιδί, πρέπει… εννοείται πως όλοι οι άνθρωποι είναι για γονείς.
    Πρέπει να κάνεις παιδί. Τώρα χτύπησε το βιολογικό ρολόι. Τι σημαίνει βιολογικό ρολόι; Οτι έκαναν παιδί οι γύρω σου. Αυτό σημαίνει. Και φαίνεσαι ο μαλακας ο ανοικοκυρευτος. Η θα κάνεις ενα παιδί γιατί έχει κάνει και ο αδερφός σου και τώρα αυτός έχει περισσότερες πιθανότητες να του γράψουν οο δικοί του το σπίτι.
    Κάνε κι εσύ παιδί βλήμα.
    Και είσαι τόσο μίζερος βαθειά μέσα σου που το παιδί θα νομίζεις πως θα είναι η σωτηρία σου για να έχεις πάντα μια δικαιολογία για όλα. Πάλι για να μη ζεις. Πάλι για να λες μέσα σου. εεε τώρα έχω παιδί, μπορώ να αναβάλλω και να ακυρώσω μια μπύρα και μια επίσκεψη. Όλοι θα καταλάβουν. Μπράβο πάλι μαλακα, πέτα τη ζωή σου στα σκουπίδια και φορτωσου υποχρεώσεις. Θα πεθάνεις ρε μαλακα και μετά ολα μια χαρά!
    Μια ζωή έχεις ρε παρ το χαμπάρι. Απλά πράγματα θες… μη σε πείθουν οτι χρειάζεσαι ολα αυτά τα πράγματα.

  • Αγάπη δεν είναι να θυσιάζεσαι: Το πιο σκληρό μάθημα, μας το έδωσαν οι γονείς μας!

    Εδώ θα κάνω μια απόπειρα να εξηγήσω ανθρώπινες συμπεριφορές που όλοι συναντάμε, είτε στον εαυτό μας είτε στους άλλους. Συμπεριφορές που είναι τόσο καλά καμουφλαρισμένες κάτω από «λογικές» δικαιολογίες, που είναι σχεδόν αδύνατο να τις ερμηνεύσεις με απλά λόγια. Όμως, αν δεν ονομάσεις το θηρίο, δεν μπορείς να το νικήσεις. Ας προσπαθήσουμε, λοιπόν, να δούμε πίσω από τη μάσκα.


    Πρόσφατα ένας πολύ δικός μου άνθρωπος μου ανοίχτηκε.

    Μου μιλούσε για τα παιδικά του χρόνια και τα μάτια του ήταν έτοιμα να πλημμυρίσουν δάκρυα. Ακόμα και τώρα, μετά από τόσο καιρό, δυσκολεύεται να βρει τις λέξεις για να εκφράσει αυτό που νιώθει. Όμως, γνωρίζοντας την πορεία του μέσα στα χρόνια, έπειτα απο ατελείωτες συζητήσεις και παρέα δεν χρειάζομαι λέξεις. Τον καταλαβαίνω απόλυτα και τον συμπονώ βαθιά.
    Για να μην τον στοχοποιήσω θα προσπαθήσω να είμαι γενικός και να μήν κατονομάζω. Παρόλα αυτά θα είμαι συγκεκριμένος ωστε να είμαι και κατανοητός.

    Ακούγοντάς τον λοιπόν, έκανα μια ενδοσκόπηση και συνειδητοποίησα ένα δικό μου, παλιό σφάλμα. Προσπαθούσα επίμονα και για καιρό να του περάσω την ιδέα πως πρέπει να πάρει όλη την παλιά του ζωή, με όλα εκείνα τα τραύματα στην ψυχή, και να τα πετάξει στα σκουπίδια. Να τα διαγράψει.

    Ήταν λάθος.

    Το παρελθόν δεν διαγράφεται. Καταλαβαίνω πλέον πως το πιο υγιές δεν είναι να προσπαθείς να το πετάξεις, αλλά να το αφήσεις απλώς πίσω, σε μια ήσυχη γωνιά του μυαλού σου. Σαν ένα παλιό, φθαρμένο βιβλίο στη βιβλιοθήκη. Να μπορείς να το κοιτάς, να το ανοίγεις, να συζητάς γι’ αυτό και να νιώθεις άνετα. Να μην σε στοιχειώνει, ούτε να καθορίζει το «σήμερα» σου, αλλά να σε κάνει να νιώθεις περήφανος για το πόσο μακριά έχεις φτάσει.

    Το να βλέπεις έναν άνθρωπο, που μεγάλωσε πιστεύοντας πως δεν έχει καμία απολύτως αξία, να μεταμορφώνεται και να χτίζει από το μηδέν μια πηγή δύναμης μέσα του, είναι κάτι σπάνιο. Δεν το συναντάς συχνά. Ο λόγος; Πρώτον, γιατί πρόκειται για μια εξαιρετικά επίπονη και κυρίως μοναχική διαδικασία. Και δεύτερον, γιατί αυτός που δημιουργεί αυτή τη νέα αξία στο κεφάλι του, είναι σχεδόν αδύνατο να την πιστέψει αμέσως. Ακόμα κι αν ξέρει λογικά πόσο έχει προχωρήσει, δυσκολεύεται να συνειδητοποιήσει τη νέα του πραγματικότητα. Συνήθως, χρειάζεται ένα δυνατό σοκ, ένα γερό ταρακούνημα από τη ζωή, για να καταλάβει ποιος πραγματικά είναι πια.

    Τον άκουσα λοιπόν. Εκείνος άδειαζε την ψυχή του κι εγώ σώπαινα, αφουγκραζόμενος το βαθύ του παράπονο.

    Αν κάνουμε μια απόπειρα να δούμε αυτή την κατάσταση λίγο πιο αποστασιοποιημένα, θα καταλάβουμε γιατί τόσοι άνθρωποι γύρω μας ασφυκτιούν. Ίσως κι εσύ που διαβάζεις αυτή τη στιγμή, το ζείς αλλά δεν ξέρεις τι ακριβώς είναι. Χωρίς να χρησιμοποιήσω βαριά ψυχολογική ορολογία, θα προσπαθήσω να ξεκαθαρίσω το τοπίο:

    Πολλοί άνθρωποι κουβαλούν ασυνείδητα το βάρος του «διασώστη». Γίνονται οι ίδιοι οι γονείς της οικογένειάς τους. Οι ίδιοι ανθρωποι -ως ενήλικες πια- έχουν τώρα την ανάγκη να τραβήξουν τις οικογένειές τους μπροστά, να τους σώσουν και να τους εξελίξουν. Αυτή η συμπεριφορά πηγάζει από μια κρυφή, υποσυνείδητη ελπίδα: «Αν τους σώσω, ίσως επιτέλους κερδίσω την αναγνώρισή τους».

    Αυτό ξεκινάει από μια πολύ συγκεκριμένη πληγή: τη συναισθηματική παραμέληση. Είναι η σκληρή συνειδητοποίηση ότι, ως παιδί, δεν έλαβες ποτέ την αγάπη, την ασφάλεια και την προσοχή που είχες ανάγκη. Είναι ίσως το πιο δύσκολο τραύμα, γιατί δεν αφορά τις κακές πράξεις που σου έκαναν, αλλά όλα εκείνα τα καλά που δεν έκαναν ποτέ.

    Έτσι, γεννιέται ένα συνεχές, ασαφές πένθος. Ένα πένθος για κάτι που δεν πέθανε, αλλά που στην ουσία δεν υπήρξε και ποτέ. Πενθείς για την «ιδανική» οικογένεια που έβλεπες μόνο στις ταινίες, για την αγάπη που άξιζες και δεν πήρες, και για τα χρόνια που χάθηκαν σε λάθος επιλογές – επιλογές που έγιναν ακριβώς επειδή δεν υπήρχε κανείς να σε πιάσει από το χέρι και να σε καθοδηγήσει.

    Μέσα σε όλο αυτό, χτίζεται ένας απόλυτα δικαιολογημένος θυμός. Ένα μόνιμο αίσθημα αδικίας. Τα νεύρα ξεσπούν, γιατί αυτή η συνεχιζόμενη ανάγκη να προσφέρεις στους δικούς σου, σκοντάφτει διαρκώς πάνω σε έναν τοίχο αχαριστίας.

    Όταν βλέπεις έναν άνθρωπο σε τέτοια απόγνωση, έτοιμο να βάλει τα κλάματα από τον θυμό του, αυτό που βλέπεις στην πραγματικότητα είναι μια τεράστια εσωτερική σύγκρουση.

    Είναι σαν να προσπαθεί, ακόμα και ως ενήλικας, να «εξαγοράσει» την αγάπη των γονιών του μέσα από τη δική του επιτυχία. Μετά από πολλά χρόνια σκληρής προσπάθειας, ο άνθρωπος αυτός έχει εξελιχθεί. Έχει ξεφύγει από το τοξικό περιβάλλον που τον μεγάλωσε. Όμως, κάθε φορά που έρχεται σε επαφή μαζί τους, νιώθει την ακατανίκητη ανάγκη να τους αλλάξει, να τους ανεβάσει επίπεδο.

    Στην πραγματικότητα, όλη αυτή η υπερπροσπάθεια δεν είναι τίποτα άλλο παρά η απεγνωσμένη κραυγή του μικρού παιδιού που κρύβει μέσα του: «Κοιτάξτε πόσο καλός, δυνατός και χρήσιμος έγινα! Με βλέπετε τώρα; Θα με εκτιμήσετε επιτέλους;»

    Και εδώ κρύβεται η μεγαλύτερη τραγωδία: Όταν το περιβάλλον μένει στάσιμο, όταν οι δικοί του άνθρωποι παραμένουν αχάριστοι και δεν αναγνωρίζουν ούτε τον κόπο ούτε την προσφορά του, είναι σαν να βιώνει την ίδια απόρριψη για δεύτερη φορά. Δεν είναι απλώς ότι εκείνοι αρνούνται να βελτιωθούν. Είναι ότι, με τη στάση τους, του επιβεβαιώνουν την αρχική του πληγή. Του φωνάζουν σιωπηλά ότι, ό,τι κι αν κάνει, όσο ψηλά κι αν φτάσει, δεν πρόκειται ποτέ να πάρει την επιβεβαίωση και την αγάπη που τόσο απεγνωσμένα αναζητά από εκείνους.

    Γιατί, λοιπόν, ένας άνθρωπος βγάζει τόσο θυμό και ταυτόχρονα μοιάζει έτοιμος να καταρρεύσει και να βάλει τα κλάματα;

    Εδώ έχουμε να κάνουμε με την απόλυτη σύγκρουση δύο διαφορετικών εαυτών που κατοικούν στο ίδιο σώμα. Ο ενήλικος εαυτός θυμώνει, βγάζει νεύρα, νιώθει την αδικία στο πετσί του. Ξέρει πολύ καλά ότι αξίζει περισσότερα και εξοργίζεται με την αχαριστία και την τύφλωση των δικών του ανθρώπων. Ο θυμός, σε αυτή την περίπτωση, δεν είναι κακία· λειτουργεί ως μια απαραίτητη ασπίδα προστασίας.

    Από την άλλη, το «εσωτερικό παιδί» θέλει απλώς να κλάψει. Κάτω από τον θυμό και τις φωνές, κρύβεται μια απύθμενη θλίψη, απελπισία και ένα τεράστιο παράπονο. Θέλει να κλάψει γιατί, βαθιά μέσα του, το υποσυνείδητο αντιλαμβάνεται την πιο πικρή αλήθεια: Ότι ίσως αυτοί οι άνθρωποι, η ίδια του η οικογένεια, απλά να μην έχουν τη συναισθηματική χωρητικότητα για να του δώσουν αυτό που έχει ανάγκη. Δεν είναι απαραίτητα ότι δεν θέλουν· είναι ότι δεν μπορούν.

    Το αποτέλεσμα είναι μια κατάσταση απόλυτης εξάντλησης. Ο άνθρωπος καλείται να σηκώσει ένα δυσβάσταχτο βάρος: Να αποδεχτεί ότι δεν μπορεί να αλλάξει ούτε το παρελθόν του, αλλά ούτε και τους ανθρώπους που αρνούνται πεισματικά να εξελιχθούν στο παρόν.

    Πολλές φορές, βλέπεις έναν ενήλικα 30, 40 ή 50 χρόνων, και συνειδητοποιείς πως μέσα του ζει ένα τρομαγμένο παιδί. Είναι σαν να έχει εγγραφεί στον σκληρό του δίσκο η πεποίθηση πως, για να επιβιώσει και να ανήκει στην οικογένεια, έπρεπε μια ζωή να καταπιέζει τον εαυτό του και απλώς να υπακούει.

    Τι συμβαίνει συνήθως και οι γονείς χτίζουν έναν δυστυχισμένο ενήλικα;

    Αρχικά, του κρεμάνε την ταμπέλα του «δυνατού» απο παιδί. Όταν οι γονείς βαφτίζουν ένα παιδί δυνατό, συχνά το κάνουν υποσυνείδητα για να αποποιηθούν τις δικές τους ευθύνες. Ας είμαστε ξεκάθαροι: Αυτή η ταμπέλα δεν είναι έπαινος, είναι καταπίεση. Λειτουργεί σαν απαγόρευση. Απαγορεύεται, ως «δυνατός», να είσαι ευάλωτος. Απαγορεύεται να ζητάς βοήθεια, να παραπονιέσαι, να έχεις δικές σου, προσωπικές ανάγκες.

    Του φορτώνουν ενδόμυχα την ευθύνη των άλλων — αδερφών, γονιών, συγγενών. Μόνο οι «άλλοι» έχουν το δικαίωμα να αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα. Οτιδήποτε δικό του, περνάει αυτόματα σε δεύτερη μοίρα.

    Συνήθως, τέτοιες οικογένειες έχουν έναν περιορισμένο ορίζοντα παραστάσεων. Χρησιμοποιούν την εξουσία τους —όχι απαραίτητα με σωματική βία ήκαι φωνές, αλλά με τα πιο ισχυρά όπλα: τις τύψεις και τον φόβο— για να ωθήσουν το παιδί στον μόνο δρόμο που κατανοούν οι ίδιοι για επαγγελματική ή προσωπική αποκατάσταση. Σε εκείνη την τρυφερή ηλικία, το παιδί δεν είναι απλώς αδύναμο να πάει κόντρα· είναι ένα απόλυτα εξαρτημένο πλάσμα απέναντι σε τέτοιου είδους εξουσίες. Η επιλογή δεν ήταν ποτέ δική του. Το τραγικό όμως είναι πως, μεγαλώνοντας, πείθει τον εαυτό του ότι ήταν.

    Το απόλυτο όπλο ελέγχου σε αυτά τα περιβάλλοντα είναι η καλλιέργεια ενοχών. Οι τύψεις που νιώθει αυτός ο άνθρωπος δεν είναι δικές του· του έχουν εμφυτευτεί. Η ενοχή είναι το πιο κοινό και ύπουλο εργαλείο που χρησιμοποιούν οι χειριστικοί άνθρωποι για να εξασφαλίσουν τη συνεχή υπακοή.

    Και κάπου εδώ έρχεται η μεγάλη σύγκρουση. Ο ενήλικας πια συνειδητοποιεί την αδικία. Βλέπει πεντακάθαρα πόσο λάθος ήταν που ακολούθησε τη ροή χωρίς να φέρει αντίρρηση. Είναι η στιγμή που η ψευδαίσθηση της «δεμένης οικογένειας» καταρρέει και μένει μόνο η πραγματικότητα.

    Βέβαια, είναι απολύτως κατανοητό όταν αυτός ο άνθρωπος παράλληλα βιώνει τον απόλυτο παραλογισμό: Να ξέρει λογικά ότι δεν πρέπει να κάνει άλλα πράγματα γι’ αυτούς και να θυσιάζεται, να ξέρει ότι ίσως και να τον εκμεταλλεύονται, κι όμως να συνεχίζει να ενδίδει. Είναι σαν να υπάρχει ένας αόρατος, τοξικός δεσμός που τον κρατάει αιχμάλωτο.

    Τι συμβαίνει, λοιπόν, σε αυτή τη φάση; Ο λογικός, ενήλικος εαυτός βλέπει την αλήθεια και εξοργίζεται. Όμως το συναίσθημά του —το παγιδευμένο παιδί μέσα του— συνεχίζει να λειτουργεί με το παλιό, γνώριμο λογισμικό επιβίωσης: «Αν σταματήσω να είμαι ο ‘δυνατός’ που τους εξυπηρετεί, θα χάσω τη θέση μου. Θα γίνω ο ‘κακός’ της υπόθεσης και θα με απορρίψουν.»

    Ο εγκέφαλός του έχει συνδέσει, εδώ και δεκαετίες, την υποχώρηση με την ασφάλεια.

    Παρ’ όλα αυτά, κάποια στιγμή και μέσα απο μια πορεία εξέλιξης, έρχεται επιτέλους η εποχή που οι τύψεις δεν πιάνουν πλέον στο εκατό τοις εκατό. Το αφήγημα αρχίζει να μπάζει νερά. Και αυτό ακριβώς το γεγονός είναι το πιο ελπιδοφόρο σημάδι: Δείχνει ότι η διαδικασία της αληθινής συναισθηματικής ενηλικίωσης και της απεξάρτησης, όσο επίπονη κι αν είναι, έχει ήδη ξεκινήσει.

    Πώς, λοιπόν, αλλάζει αυτή η πορεία; Η απάντηση κρύβεται πολλές φορές στην εμφάνιση ενός νέου ανθρώπου στη ζωή του. Ενός συντρόφου που στέκεται δίπλα του και, συνειδητά ή ασυνείδητα, γίνεται ο καταλύτης για να επουλωθούν αυτά τα βαθιά, παιδικά τραύματα. Όταν δημιουργείται ένας τέτοιος δεσμός, συμβαίνουν μερικά «μαγικά» αλλά απολύτως λογικά πράγματα. Ο πληγωμένος άνθρωπος, που είχε μάθει μέχρι χθες ότι η αγάπη σημαίνει έλεγχος, ενοχές και ατελείωτες υποχρεώσεις, βιώνει ξαφνικά μια εντελώς νέα πραγματικότητα. Ο άνθρωπός του τού αποδεικνύει στην πράξη κάτι συγκλονιστικό: ότι η πραγματική αγάπη σημαίνει κατανόηση, ελευθερία και απόλυτη αποδοχή. Ο εγκέφαλος, κυριολεκτικά, επανεκπαιδεύεται. Ο σύντροφος αναλαμβάνει σιωπηλά να καλύψει τα τεράστια κενά των γονιών. Προσφέρει την προστασία, την ασφάλεια, την αγκαλιά και την καθοδήγηση που αυτός ο άνθρωπος δεν είχε ποτέ ως παιδί, επιτρέποντάς του επιτέλους να βγάλει την πανοπλία του «δυνατού» που πρέπει να φροντίζει τους πάντες, και απλώς να χαλαρώσει. Προφανώς ο υποτειθέμενος σύντροφος εννοείται πως έχει δουλέψει πολύ σκληρά με τον εαυτό του.

    Παράλληλα, αυτός ο νέος άνθρωπος γίνεται το ασφαλές λιμάνι του. Για να μπορέσει κάποιος να δει κατάματα τη σαθρότητα της οικογένειάς του και να αμφισβητήσει τον τρόπο που μεγάλωσε, χρειάζεται μια άγκυρα. Γνωρίζοντας ότι έχει δίπλα του έναν άνθρωπο-βράχο, βρίσκει το θάρρος να γυρίσει πίσω, να κοιτάξει στα μάτια τις τύψεις και τις τακτικές των δικών του, χωρίς να καταρρεύσει. Και μέσα από ατελείωτες συζητήσεις, παραδείγματα και στοχευμένο διάβασμα, η πλύση εγκεφάλου αρχίζει να αποδομείται. Αποκτά νέες λέξεις και νέες οπτικές γωνίες. Πλέον, δεν βλέπει τους δικούς του με τα μάτια ενός φοβισμένου παιδιού, αλλά μέσα από το πρίσμα της καθαρής λογικής.

    Είναι, όμως, κρίσιμο να πούμε το εξής. Όσο καλός οδηγός κι αν είναι ο σύντροφος, η σωτηρία ανήκει αποκλειστικά σε αυτόν που παλεύει. Ο σύντροφος μπορεί να ανοίξει την πόρτα και να του δώσει τον χάρτη στο χέρι, αλλά εκείνος είναι που πρέπει να κάνει τη δύσκολη, ματωμένη δουλειά να περπατήσει τον ανηφορικό δρόμο. Απαιτείται τεράστια, ασύλληπτη ψυχική δύναμη για να παραδεχτεί κάποιος ότι το σπίτι που μεγάλωσε ήταν τοξικό και να προσπαθήσει να αλλάξει μοτίβα τριάντα και πλέον ετών. Το ότι ακούει, διαβάζει, αμφισβητεί και εξελίσσεται, αποδεικνύει κάτι περίτρανα: Η αληθινή του δύναμη δεν ήταν αυτή η ψεύτικη ταμπέλα που του κόλλησαν οι δικοί του. Η αληθινή του δύναμη είναι η ανθεκτικότητα της ψυχής του, που τώρα, μέσα σε ένα περιβάλλον αληθινής αγάπης, βρίσκει τον χώρο να ανθίσει. Αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε ένα μεταβατικό, ζόρικο στάδιο. Έχει το ένα πόδι στο παρελθόν, νιώθοντας ακόμα τύψεις και προσφέροντας στην οικογένεια, και το άλλο πόδι στο παρόν, χτίζοντας τον νέο, υγιή εαυτό του δίπλα στον άνθρωπό του.

    Αν, βέβαια, ο σύντροφος ήταν απλώς ένας γλυκός «σωτήρας» που τον φρόντιζε τρυφερά χωρίς να απαιτεί τίποτα, θα υπήρχε ένας τεράστιος κίνδυνος: Ο άνθρωπος αυτός να περάσει απλώς από μια εξάρτηση σε μια άλλη (απ τους γονείς στο σύντροφο). Η αληθινή ενδυνάμωση κρύβεται στην αυστηρότητα και στο σπρώξιμο προς την ανεξαρτησία. Όταν ένα περιβάλλον ήταν γεμάτο χάος και χειραγώγηση (γονείς), τα αυστηρά όρια που βάζει ο σύντροφος λειτουργούν λυτρωτικά. Όταν του απαγορεύεις να επαναλάβει τα ίδια λάθη εις βάρος του, δεν τον ελέγχεις για να τον κρατήσεις μικρό, αλλά βάζεις στάνταρ για να τον αναγκάσεις να ψηλώσει. Αυτοί οι ξεκάθαροι κανόνες προσφέρουν ένα βαθύ αίσθημα ασφάλειας. Εδώ εφαρμόζεται και η στρατηγική της «σκαλωσιάς». Στην αρχή, χτίζεις μια προστατευτική σκαλωσιά γύρω του για να τον κρατήσεις όρθιο. Όταν, όμως, αρχίζει να δυναμώνει, πρέπει να αρχίσεις να αφαιρείς τα υποστυλώματα, δείχνοντας εσκεμμένη αδιαφορία στα μικρά και δίνοντάς του ευθύνες. Ο σκοπός δεν είναι να σε χρειάζεται για πάντα, αλλά να μη σε έχει ανάγκη για να επιβιώσει. Αυτός ο απογαλακτισμός είναι το εισιτήριο για την πραγματική του ενηλικίωση. Έτσι σπάει και η αλυσίδα. Καθώς δυναμώνει, διαχωρίζει τη θέση του από την παρασιτική ή ανεύθυνη συμπεριφορά των δικών του, παύοντας να είναι ο «προστάτης» ή το μόνιμο θύμα τους, και γίνεται ένας αυτόνομος ενήλικας.

    Σε αυτή τη διαδρομή συναντάμε τη μεγαλύτερη σύγκρουση, τη διαφορά ανάμεσα στον κόσμο της επιβίωσης και στον κόσμο της εξέλιξης. Για τον πληγωμένο άνθρωπο, η αγάπη είναι αποκλειστικά φροντίδα. Στο πατρικό του, διδάχτηκε ότι η αξία του εξαρτάται από το πόσο καλά εξυπηρετεί τους άλλους. Η αγάπη ήταν το έπαθλο της υποταγής. Επιπλέον, βλέποντας την αγάπη μόνο ως ένα παθητικό συναίσθημα, συχνά την μπερδεύει με το άγχος ή την προσκόλληση, βιώνοντάς την ως ένα βάρος που πρέπει να κουβαλάει για να είναι αποδεκτός. Στον αντίποδα, η αγάπη είναι πράξη και εξέλιξη. Όπως έχει πει και ο σπουδαίος ψυχίατρος M. Scott Peck στο βιβλίο του »Ο δρόμος ο λιγότερο ταξιδεμένος», αγάπη είναι η βούληση να επεκτείνει κανείς τον εαυτό του, με σκοπό να θρέψει την πνευματική ανάπτυξη του δικού του ή κάποιου άλλου. Η αγάπη είναι καθημερινός κόπος, μια συνειδητή επιλογή που έχει ως μοναδικό στόχο να κάνει τον άλλον ανεξάρτητο, δυνατό και πνευματικά ελεύθερο. Όταν αυτά τα δύο συγκρούονται, ο πληγωμένος άνθρωπος παθαίνει ένα σωτήριο σοκ, καθώς για πρώτη φορά συναντά κάποιον που του λέει με πράξεις πως δεν χρειάζεται να είναι χρήσιμος για να αξίζει να αγαπηθεί.

    Πώς αντιδρά, λοιπόν κανείς, μπροστά σε αυτή την άγνωστη, εξελικτική αγάπη;
    Αρχικά έρχεται ο εκνευρισμός. Η αυστηρή αγάπη τον ξεβολεύει και η ανάληψη ευθυνών απαιτεί ενέργεια. Ο μαθημένος στον έλεγχο εγκέφαλός του ερμηνεύει την πίεση για αλλαγή ως επίθεση ή κριτική, αντιδρώντας σπασμωδικά γιατί το άγνωστο τρομάζει.
    Μόλις όμως πέσει ο θυμός, ξυπνούν οι τύψεις και οι βιαστικές συγγνώμες. Είναι ο μηχανισμός του κατευνασμού, όπου προσπαθεί να ρίξει τους τόνους για να νιώσει ξανά ασφαλής, τρέμοντας μήπως χάσει αυτή τη νέα αγάπη ή μήπως προκαλέσει απόρριψη.
    Έπειτα, ακολουθεί το σύνδρομο του βάθρου. Νιώθει κατώτερος, συγκρίνοντας τον εσωτερικό του πόλεμο και τις αμφιβολίες του με τη συγκροτημένη εικόνα του συντρόφου του. Τον βάζει σε ένα ψηλό βάθρο, βλέποντάς τον ως τον τέλειο δάσκαλο ή σωτήρα, και τοποθετεί τον εαυτό του υποσυνείδητα στη θέση του παιδιού ή μαθητή.
    Το τελευταίο μεγάλο στοίχημα είναι ακριβώς το γκρέμισμα αυτού του βάθρου, ώστε να συνειδητοποιήσει πως η δύναμή του δεν είναι μικρότερη, αλλά είναι μια δύναμη που τώρα μαθαίνει να περπατάει.

    Κάπου εδώ, όμως, οφείλω να είμαι απολύτως ειλικρινής μαζί σου. Μπορεί να μην είσαι τόσο τυχερός άνθρωπος όσο αυτός που σου περιέγραψα παραπάνω.
    Μπορεί να μην έχει βρεθεί στο πλάι σου ένας σύντροφος πρόθυμος και ικανός να παίξει τον ρόλο του καταλύτη, να αντέξει τους τριγμούς και να σε τραβήξει προς το φως της εξέλιξης.
    ¨ετσι κι αλλιώς αυτή είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση.
    Τι να κάνεις εσύ λοιπόν;
    Καθώς διευρύνεις τους ορίζοντές σου και πασχίζεις να σπάσεις τα δεσμά της οικογενειακής τοξικότητας, ίσως αρχίσεις να ακούς όλο και πιο καθαρά για έναν άλλο δρόμο: το δρόμο της ψυχοθεραπείας. Η ψυχοθεραπεία δεν είναι πολυτέλεια, ούτε ταμπέλα αδυναμίας.
    Είναι ένα απαραίτητο ταξίδι. Είναι το απόλυτο εργαλείο για την πνευματική διεύρυνση που όλοι έχουμε ανάγκη. Ο θεραπευτής γίνεται αυτό το ασφαλές λιμάνι, η σταθερή φωνή της λογικής, η σκαλωσιά που θα σε κρατήσει όρθιο μέχρι να μάθεις να στέκεσαι μόνος σου. Σε καθοδηγεί στο να αποδομήσεις τις ενοχές που σου φύτεψαν, να γκρεμίσεις τα βάθρα και να χτίσεις την αξία σου από το μηδέν. Είναι η μεγαλύτερη πράξη αγάπης που μπορείς να κάνεις εσύ ο ίδιος για τον εαυτό σου, παίρνοντας επιτέλους τη ζωή σου, στα δικά σου χέρια.

    Psychanic

  • Καλωσήρθες Πρόβλημα

    Η ζωή μου τώρα… τι πιστεύω; τι νιώθω; Χαμός!

    Γιατί δεν ζω με την ψυχή μου; Γιατί δεν ευχαριστιέμαι τη ζωή όπως θέλει η ψυχή μου; Νιώθω πως δεν ζω για τον εαυτό μου. Δεν νιώθω ότι είμαι ήρεμος και δεν κάνω πράγματα που με γεμίζουν για να περνάω καλά.

    Η αλήθεια είναι ότι φοβάμαι.

    Και γιατί φοβάμαι; Από τη μια, ζω μια απάνθρωπη ζωή για να ανταπεξέλθω σε όλα αυτά που μου επιβάλλει το σύστημα. Από την άλλη, είναι όλη αυτή η ματαιοδοξία με τα social media, όπου έχει εδραιωθεί η νοοτροπία ότι ζεις για να ευχαριστείς εφήμερα κάποιον άλλο, ο οποίος στην πραγματικότητα δεν δίνει δεκάρα. Αυτοί οι δύο λόγοι μας έχουν βάλει σε έναν φαύλο κύκλο που δεν μπορούμε να τον αλλάξουμε μόνοι μας.

    Αν, για παράδειγμα, θέλω σαν γονιός το παιδί μου να βγαίνει να παίζει και να ξεχνάει να γυρίσει επειδή είναι με τους φίλους του, πώς θα το καταφέρω; Τα παιδιά από μικρά έχουν πλέον άπειρες υποχρεώσεις (μουσική, αθλητισμό, φροντιστήριο, μία ξένη γλώσσα, μπορεί και δεύτερη). Πώς θα συνεννοηθούμε σαν γονείς στη γειτονιά να βγαίνουν τα παιδιά μας το απόγευμα να παίζουν;

    Αφού κι εγώ σε αυτόν τον κύκλο ζω.

    Διαβάζω, διαβάζω, μελετώ και παλεύω σκληρά για ένα καλύτερο μέλλον στον τόσο ανταγωνιστικό κόσμο που ζούμε. Δεν είμαι απ’ τους τυχερούς που έχουν κληρονομήσει κάτι στρωμένο απ’ τον πατέρα τους. Είμαι σχεδόν 30 και δεν έχω την πολυτέλεια να γυρίζω από τη δουλειά μου και να κάνω ξέγνοιαστα ό,τι γουστάρω, μαζί με τη γυναίκα μου — την οποία έχω βάλει κι αυτή στον ίδιο φαύλο κύκλο ανάπτυξης δεξιοτήτων. Νιώθω μόνιμα λες να είμαι ο σκλάβος του μελλοντικού μου εαυτού.

    Πώς θα περάσω στα παιδιά μας το αντίθετο; Πώς θα πείσω και άλλους γονείς; Πώς να τους εξηγήσω πως η τιμωρία των παιδιών στη δεκαετία του ’80 ήταν η σημερινή πραγματικότητα; Ήταν τιμωρία να μη βγεις έξω… σήμερα το να είναι ένα παιδί κλεισμένο στο σπίτι είναι κάτι το νορμάλ. Δεν βλέπω πια παιδιά έξω.

    Πού και πού εδώ στο χωριό που μένω βλέπω και ακούω φωνές, και χαίρομαι με αυτή τη φασαρία. Πραγματικά!

    Πώς θα αλλάξει αυτό; Τι λύση υπάρχει; Εγώ πώς ξεκινάω να το αλλάξω; Πώς μπορώ να μην παίρνω τόσο σοβαρά το σύστημα; Αφού το παίρνω…

    Ας υποθέσω ότι ηρεμώ και σκέφτομαι μόνο το «τώρα»… μπορώ; Η στραβή πάντα παραμονεύει. Είναι όλα ρευστά. Μια δουλειά επ’ αορίστου θα ήταν μια λύση… αλλά πού; Τι να κάνω; Και πώς ξέρω ότι είναι το σωστό; Ποιος λέει τι είναι σωστό και τι λάθος; Βλέπω κι αυτούς που την έχουν αυτή τη δουλειά…εκεί να δεις σκλαβιά.

    Ίσως αν χαράξω τον δρόμο μου και είμαι αποκλειστικά εγώ ο υπεύθυνος γι’ αυτό, τότε αυτή να είναι η σωστή επιλογή. Αλλά έχω ήδη επηρεαστεί από το περιβάλλον που ζω.
    Ποιός φταίει; Φταίει κάποιος; Φταίω εγώ; Φταίει αυτός μήπως που έχει ότι δεν έχω;
    Βλέπω κάποιον που ζεί λιγο ξέγνοιαστα και σε ένα πανέμορφο σπίτι και είναι στην ηλικία μου και λεω, τι κάνω λάθος; Ξέρεις τελικά ποιά είναι η μόνη μας διαφορά; Οτι εγώ δεν είμαι κληρονόμος…Και πάνε κι έρχονται σκέψεις και ξανά και ξανά και μαυρίλα… Φαύλος κύκλος.

    Τι να πρωτοπιάσω;
    Αυτές είναι κάποιες σκέψεις που μας ρίχνουν στον βούρκο. Υπάρχει λύση, αλλά είναι δύσκολη. Όσο περισσότεροι ταυτιζόμαστε τόσο πιο κοντά είμαστε στο να δίνουμε εξηγήσεις, να ξετυλίγουμε το κουβάρι και να πλησιάζουμε στη λύση.

    Αυτό είναι ένα μικρό δείγμα του τι θα συζητάμε εδώ!

    Είναι απλά κάποιοι προβληματισμοί μου που θέλω να μοιραστώ για να ξεδώσω.
    Κάθε εβδομάδα θα γράφω και κάτι καινούργιο. Ελπίζω να το βρίσκετε ενδιαφέρον.


    Psychanic