Σκέψεις και … άλλες σκέψεις…

Αν κάτσεις και παρατηρήσεις λίγο το τι παίζει γύρω μας, το πρώτο πράγμα που συνειδητοποιείς είναι ότι ζούμε σε μια τεράστια, συλλογική παράκρουση. Ο κόσμος είναι εγκλωβισμένος σε μια μόνιμη άρνηση της πραγματικότητας, ταΐζοντας τον εαυτό του με βολικά παραμύθια απλά για να μην αντιμετωπίσει τη δική του σκατίλα. Και επειδή τα πράγματα πρέπει να τα βλέπουμε και ψυχολογικά, δεν μιλάμε απλώς για μαζική βλακεία, μιλάμε για σκληρούς αμυντικούς μηχανισμούς που θα αναλύσουμε. Οι άνθρωποι τρέμουν να κοιτάξουν μέσα τους, στον πυρήνα τους, και προτιμούν το βόλεμα ενός ομαδικού ψέματος παρά να πάρουν την παραμικρή ευθύνη για τη ζωή τους. Για να καταλάβεις πώς μεταφράζεται όλο αυτό στην πράξη, ας ξεκινήσουμε από τα δικά μας, τα γνώριμα.

Δεν έχω ιδέα τι είναι η ελληνικότητα σήμερα. Θα μπορούσε να είναι το ότι κάποιος ζει με δάνεια και χρωστάει, έχει μόνιμα το χέρι απλωμένο σαν ζητιάνος αλλά, παράλληλα, πιστεύει πως είναι μεγαλειώδης και ανώτερος από τους άλλους αφού εχει πρόγονους το Σωκράτη και τον Μέγα Αλέξανδρο ενώ όλοι οι άλλοι είναι ακόμα σκαρφαλωμένοι στα δέντρα και τρώνε βελανίδια. Είναι επίσης νταής και μάγκας μόνο εκεί που τον παίρνει και θεωρεί την Ελλάδα οικόπεδό του πετώντας το τσιγάρο του κάτω στο δρόμο με ύφος »ξέρεις ποιός είμαι εγώ». Αν και πολλοί είναι απο την άλλη αυτοί που καλύπτονται με την ελληνικότητα του Ελύτη, με τα άσπρα σπιτάκια και τα γαλανά νερά των νησιών μας, τα κλαδιά ελιάς και την ελληνική φιλοξενία. Ψυχολογικά, αυτή η εθνική αυταπάτη είναι ένας ξεκάθαρος μηχανισμός αντιστάθμισης. Όταν το συλλογικό Εγώ είναι τσακισμένο από την πραγματικότητα της ανέχειας και της υποταγής, η ψυχή καταφεύγει σε ένα συλλογικό ναρκισσισμό. Φουσκώνουν το στήθος τους με φαντασιακό μεγαλείο ακριβώς επειδή, κατά βάθος, νιώθουν απολύτως ανεπαρκείς. Είναι πια κάτι σαν κοινό μυστικό.

Γι’ αυτό στην Ελλάδα βασιλεύει ο φόβος, η παθητικότητα και ο κλασικός μικροαστισμός. Οι Έλληνες περιμένουν την ανάπτυξη και την αλλαγή από αυτούς ακριβώς που τους ξέσκισαν τις ζωές. Οι νέοι άνθρωποι είναι πουθενά, εντελώς ανύπαρκτοι. Αυτοί οι νέοι που πραγματικά αντιλαμβάνονται την κατάσταση και στεναχωριούνται, σηκώνονται και φέυγουν απο την Ελλάδα απο αξιοπρέπεια. Διαφορετικά όλο και κάποιος θα τους βολέψει στην ελλαδίτσα.

Οι άνθρωποι στην Ελλάδα ψάχνουν απεγνωσμένα κάποιον να τους εκμεταλλευτεί και μετά απορούν γιατί πέφτουν θύματα. Η εξήγηση βρίσκεται στο φαινόμενο της προσκόλλησης στο τραύμα και της δικαιολόγησης του συστήματος. Έχουν τόσο εκπαιδευτεί στη μαθημένη αβοηθητότητα, που η ιδέα να πάρουν την ευθύνη στα χέρια τους τούς προκαλεί υπαρξιακό τρόμο. Προτιμούν τον γνώριμο, ασφαλή δήμιο από την αβεβαιότητα της ελευθερίας. Άλλωστε αυτός είναι και ο τρόπος που μας μεγάλωσαν οι γονείς μας… είναι βαθειά ριζωμένη η πεποίθηση μέσα μας οτι αν σκοντάψεις σαν παιδί στο έπιπλο και χτυπήσεις, η μαμά θα δείρει το έπιπλο που φταίει. Και σήμερα φυσικά το παρατηρείς αυτό γιατί η σκυτάλη της βλακείας δόθηκε με επιτυχία στις επόμενες γεννιές. Δεν είναι λίγες οι φορές που παρατηρώ μια πλήρη ασυδοσία των παιδιών οταν εισαι πχ σε μια ταβέρνα ή στην παραλία και οι γονείς ατάραχοι λένε »εντάξει μωρέ σιγά, παιδιά είναι» και εσύ που θες την ησυχία σου να θέλεις να τα κλωτσήσεις αλλά αν τύχει και κάνεις και καμιά παρατήρηση, θα έρθει ο ελληνάρας πατέρας και θα σου πει »στο παιδί μου δε θα ξαναμιλήσεις» δίνοντας έτσι το παράδειγμα στον μελλοντικό πίθηκο να επιβεβαιώσει οτι κάνουμε οτι γουστάρουμε χωρίς συνέπειες και εχεις και τις ευχές μου.

Σε αυτή τη χώρα του παραλόγου, ακόμα και ο πατριωτισμός είναι μια ψευδαίσθηση και μια άκρως προσοδοφόρα μπίζνα, συνυφασμένη με μίζες και βολέματα. Όταν ανακοινώνονται δισεκατομμύρια ευρώ για νέα εξοπλιστικά προγράμματα, με το επιχείρημα πως «ποιος θα έβαζε τα χρήματά του σε μία χώρα που δεν υπερασπίζεται τα σύνορά της», η ειρωνεία χτυπάει κόκκινο. Ποια σύνορα να υπερασπιστεί ένα διαλυμένο »ας το πούμε κράτος» με 400 δισεκατομμύρια δημόσιο και άλλα τόσα ιδιωτικό χρέος; Η Ελλάδα κινδυνεύει από τους Έλληνες, όχι από τους εχθρούς της. Ψυχολογικά, αυτή η προβολή του «εχθρού» προς τα έξω είναι ένας κλασικός αμυντικός μηχανισμός για να μην αντιμετωπίσει το έθνος τη δική του σήψη. Το σωστό ερώτημα είναι: ποιος θα εμπιστευτεί μια χώρα που δεν μπορεί να κρατήσει τους πολίτες της; Πατριωτισμός δεν είναι να αγοράζεις όπλα και να φωνάζεις «γαμιέται η Τουρκία» στο Σύνταγμα. Πατριωτισμός είναι να ζουν οι Έλληνες με αξιοπρέπεια, να κάνουν παιδιά στην πατρίδα τους, να μη μετράνε το ευρώ για να βγάλουν το μήνα. Πατριωτισμός σημαίνει να αγαπάς τους ανθρώπους, όχι το τοπίο. Αλλά με τη φυγή των νέων και τη γήρανση στην ελλάδα, ποιος θα πολεμήσει; Οι τουρίστες και οι συνταξιούχοι ξένοι; Η απόλυτη εθνική καταστροφή θα προέλθει από αυτούς τους «πατριώτες», γιατί εδώ ο πατριωτισμός είναι απλά μια καλή δουλειά. Ακόμα πιο άθλιοι, όμως, είναι οι απλοί πολίτες που τους κάνουν θεούς για να κερδίσουν έναν διορισμό ή να σώσουν το παράνομο σπίτι τους. Αυτό αποδεικνύει τελικά ότι η κοινωνία μας στηρίζεται στο «βόλεψέ με να σε βολέψω».

Αλλά ας το πάμε λίγο πιο γενικά! Σε ό,τι αφορά την ανθρωπότητα γενικότερα, η αλήθεια είναι ωμή: οι περισσότεροι άνθρωποι δεν θέλουν να είναι ελεύθεροι. Είναι οκ που είναι δούλοι. Το πρόβλημα είναι ότι δεν έχουν αυτοσεβασμό και δε δίνουν δεκάρα για την αξιοπρέπειά τους. Η δουλειά τους δίνει τη δυνατότητα να δικαιολογήσουν το πόσο εθελόδουλοι είναι. Άνθρωποι 70 χρονών, που μια ζωή έσκυβαν το κεφάλι στον κάθε εργοδότη, να φωνάζουν στα γεράματα «εργάτη μπορείς χωρίς αφεντικά». Όχι, δεν μπορείτε. Δεν υπάρχετε χωρίς αφεντικά. Το είδαμε και το 2012 που οι Ισπανοί ανθρακωρύχοι περπάτησαν εκατοντάδες χιλιόμετρα για το δικαίωμά τους να είναι… ανθρακωρύχοι. Θλιβερό! Το βλέπουμε σήμερα που τρέμουν ότι τα ρομπότ θα τους πάρουν τις δουλειές, ή ακόμα και στον ευρωπαϊκό οργανισμό CERN οπου συχνάζουν οι »μορφωμένοι» όπου τα μέλη αρνούνται μαζικά να χρησιμοποιήσουν την τεχνητή νοημοσύνη λέγοντας ότι υποβαθμίζει τον κόπο τους. Η ελευθερία φέρνει μια τρομακτική απομόνωση. Για να ξεφύγει από αυτό το υπαρξιακό κενό, ο άνθρωπος παραδίδει τον εαυτό του ολοκληρωτικά σε μια εξουσία, σε μια ρουτίνα, σε έναν ρόλο. Η τάυτηση με τον «κόπο» και τη «δουλειά» είναι μια ταυτότητα έτοιμη, στο κουτί. Αν τους πάρεις τη δουλειά, δεν ξέρουν ποιοι είναι. Η ζωή βέβαια είναι πολύ όμορφη για να σκάμε για όσους επιθυμούν να είναι δούλοι, αλλά έχει ενδιαφέρον το πώς έφτασαν ως εδώ. Βλέπεις, όπως ακριβώς τους έπεισαν ότι είναι «δικαίωμα» να δουλεύουν (ακόμα και οι γυναίκες, που αντί να απαιτήσουν να μη δουλεύουν οι άνδρες, ζήτησαν μερίδιο στη σκλαβιά), έτσι τους έπεισαν ότι και η προστασία της ιδιωτικότητας δεν έχει σημασία αν δεν έχεις κάτι να κρύψεις. Ο Snowden το είπε σωστά: υποστηρίζοντας οτι η προστασία της ιδιωτικότητας δεν έχει σημασία αν δεν έχεις κάτι να κρύψεις είναι σαν να λες πως δεν σε ενδιαφέρει η ελευθερία του λόγου επειδή δεν έχεις τίποτα να πεις.

Κάπως έτσι, η έννοια του ενεργού πολίτη πέθανε και τη θέση της πήρε ο ψηφιακός νάρκισσος. Χάνοντας κάθε ενδιαφέρον για τα συλλογικά δικαιώματα, ο άνθρωπος κλείστηκε στο εγώ του. Και η ειρωνεία; Δεν τους πήραν την ιδιωτικότητα με το ζόρι, την παρέδωσαν μόνοι τους, αρκεί να μπορούν να ανεβάζουν τη μούρη τους στο ίντερνετ. Φτάσαμε λοιπόν στην εποχή της αυτοβελτίωσης. Στην εποχή όπου γεννήθηκαν τα πρώτα παιδιά από ανθρώπους που είναι όλη μέρα με ένα κινητό στο χέρι, τραβάνε σέλφι και βάζουν φίλτρα. Αυτή η ίδια ανάγκη για επιβεβαίωση της ύπαρξης χωρίς πραγματικό κόπο και σύνδεση, εξηγεί και τον ξεπεσμό των ανθρώπινων σχέσεων. Δεν άλλαξαν τα κινητά και το Διαδίκτυο τη συμπεριφορά μας τόσο όσο νομίζουμε, απλά ανέδειξαν την κρυμμένη μας παθολογία. Όμως αυτό που έχει χτυπηθεί ανελέητα είναι το «μαζί», η συνεργασία. Τώρα έχει ο καθένας έναν λογαριασμό, βάζει πειραγμένες φωτογραφίες, παριστάνει τον ήρωα και νομίζει ότι έγινε σταρ. Τα social media σήμερα είναι σκέτη αυτοαναφορά, αυτοαποθέωση, ιδιωτεία και ναρκισσισμός. Ψυχολογικά, λειτουργούν ως ο απόλυτος διανομέας ντοπαμίνης και ναρκισσιστικής τροφοδότησης. Εκατομμύρια άνθρωποι παγιδευμένοι στο σύνδρομο του «καθρέφτη», όπου η αξία τους καθορίζεται από το βλέμμα των άλλων. Όλοι ψάχνουν για ακροατήριο, κανείς δεν θέλει να είναι ακροατής. Όλοι θέλουν να αγαπηθούν, κανείς δεν θέλει να αγαπήσει. Είναι σαν μύγες στα σκατά, δουλεύοντας δωρεάν για τη Meta και τις εταιρείες-κολοσσούς, νομίζοντας ότι κάνουν επανάσταση και παθαίνοντας υστερία αν φάνε μπλοκ από τον αλγόριθμο. Η μοναξιά και η κατάθλιψη είναι η φυσική κατάληξη, γιατί η ψηφιακή επιβεβαίωση είναι μία ψεύτικη χαρά για την ψυχή. Έτσι και τα βιβλία αυτοβελτίωσης έχουν πάρει φωτιά. Ο κόσμος δεν βελτιώνεται πια, αλλά αντιθέτως αυτοβελτιώνεται! Ο κάθε πικραμένος πασχίζει να γίνει alpha male, άντρας αξίας… Έχει γεμίσει το διαδίκτυο και όλοι αυτοί οι γκουρού έχουν χεστεί στο χρήμα για να δίνουν οδηγίες για τα αυτονόητα. Δηλαδή είμαστε στην εποχή που βγαίνουν ειδικοί για να μας διδάξουν πώς να μιλήσουμε σε έναν άνθρωπο, πώς να φλερτάρουμε και πώς να κάνουμε έρωτα.

Δε φλερτάρει κανένας, δεν προετοιμάζεται κανένας γι’ αυτό. Είναι και το άλλο… Με αυτή τη μάστιγα των δικαιωματιστών, ο κόσμος φοβάται να εκφραστεί πια face to face. Όλα μέσω Instagram και Facebook για να κάνουνε ματσαρίσματα. Έχει αλλάξει ο σκοπός, ο στόχος… Τώρα δε θέλει ο κόσμος να γνωριστεί για να κάνει έρωτα, όπως π.χ. τη δεκαετία του 2000 ή και παλαιότερα. Τώρα ψάχνει απλά την επιβεβαίωση.

Κάποτε υπήρχε το άγχος: την κοιτάω, με κοιτάει, τι ατάκα να πω; Είχες την αμφιβολία, έτρωγες τελικά τη χυλόπιτα αλλά γινόσουν καλύτερος άνθρωπος μέσα από αυτή τη διαδικασία… Σκεφτόσουνα: «Τι έκανα λάθος; Μήπως είπα μαλακία; Μήπως έγινα κουραστικός; Μήπως το χιούμορ μου ήταν κακό; Μήπως μύριζε το στόμα μου;». Ψαχνόσουν δηλαδή για να γίνεις καλύτερος, να εξελιχθείς μέσα από τον άλλον, να μάθεις να προσαρμόζεσαι, να ξέρεις πότε μια ατάκα είναι καλή, πότε πρέπει να κάνεις αστεία και πότε όχι… Έκοβες αντιδράσεις. Γινόσουν καλύτερος μέσω των αντιδράσεων και της συμπεριφοράς των άλλων ανθρώπων… Να αφουγκραστείς τι μπορείς να προσφέρεις στον άλλον, πού είναι τα όρια του και τα δικά σου…

Τώρα έχουν πεθάνει όλα αυτά. Ρωτάω 16-20 χρονών παιδιά και δεν τους νοιάζει καν το φλερτ. Τώρα όλοι μόνοι τους. Σεμινάρια 3-4 μηνών για να μένεις μόνος σου και να μην αλληλεπιδράς με κανέναν… Μείνε χωρίς άνθρωπο, να χαιρετάς τον ήλιο κάθε πρωί και να αυτοβελτιώνεσαι μόνος σου με τον εαυτό σου, να γίνεις βίγκαν, να κάνεις αποτοξίνωση, να κάνεις γιόγκα και να λες: «Αξίζω, αξίζω, αξίζω».

Μα και να βγεις τώρα με κάποιον/κάποια, τι να το κάνεις; Άμα μπαίνεις μέσα στο Instagram και βλέπεις πού έχει πάει διακοπές φέτος, πέρσι, πρόπερσι, τι φαγητά σιχαίνεται, τι της αρέσει, τι κοκτέιλ πίνει, της αρέσει το κικ μπόξινγκ και ταΐζει αδέσποτα και έχει και 2 γάτες, πήρε πτυχίο το 2016, φωτογραφία ορκωμοσία μεταπτυχιακό 2018, πέρσι έχασε τη μάνα του και ανέβασε χθές φωτογραφία με τον πατέρα του στο νοσοκομείο να λέει «Κουράγιο μπαμπάκα μου, όλα θα πάνε καλά»… στο ραντεβού να βγεις να πεις τι;

Αλλά και γιατί να βγεις κιόλας, αφού κι εσένα το ένα σου ξινίζει και το άλλο σου βρωμάει… αφού έχεις πληθώρα επιλογών. Οι άνθρωποι πια σκρολάρουν και ψάχνουν ατέλειες για να σηκώσουν red flag. Είναι ερωτευμένοι με τον εαυτό τους και τις selfie που βγάζουν. Αυτή είναι η κατάσταση. Γι’ αυτό η μοναξιά θερίζει!

Τέλος πάντων ούτε εγώ ξέρω τι ήθελα να πώ. Γι αλλού ξεκίνησα και αλλού με πήγε. Η ουσία είναι μία και πολύ απλή: ο κόσμος έχει τρομοκρατηθεί στην ιδέα να πάρει την ευθύνη του εαυτού του. Ως αυριανός ψυχοθεραπευτής, αυτό που βλέπω συνέχεια μπροστά μου είναι ανθρώπους που προτιμούν να ζουν μέσα στο ψέμα τους, αρκεί να νιώθουν ότι είναι στα σίγουρα. Δεν τα γράφω αυτά εδώ στο blog για να το παίξω δάσκαλος, ούτε για να χαϊδέψω κανενός τα αυτιά. Τα γράφω γιατί αν δεν αποφασίσουμε να κοιτάξουμε τον εαυτό μας κατάματα, να δούμε πώς ακριβώς λειτουργούμε, θεραπεία δεν πρόκειται να υπάρξει. Απλά θα συνεχίσουμε να κοροϊδεύουμε ο ένας τον άλλον για να χεις να λές οτι έχεις ψυχολόγο που είναι και της μόδας. Εμείς εδώ θα τα συζητάμε, θα εξακολουθώ να παρατηρώ τον κόσμο για να προσπαθώ να βλέπω τα ψιλά γράμματα και θα καίω το κεφάλι μου! Περαστικά μου…

Psychanic

Σχόλια

Σχολιάστε