Δεν είναι λίγες οι φορές που αναρωτιόμαστε το εξής παράδοξο: πώς είναι δυνατόν πριν από 50-60 χρόνια οι καλλιτέχνες της εποχής να είναι ο Χατζιδάκις, ο Θεοδωράκης, ο Ξαρχάκος, ο Βαμβακάρης, ο Ζαμπέτας και ο Τσιτσάνης, ενώ σήμερα η ποιότητα να έχει πιάσει τέτοιο πάτο που πιο κάτω δεν πάει; Το βλέπουμε παντού σε ό,τι έχει να κάνει με δημιουργία. Ακούς συνέχεια: «δε βγαίνουν ξανά τέτοια τραγούδια, δε βγαίνουν τέτοιοι ποιητές, τέτοιοι συγγραφείς, τέτοιοι στιχουργοί». Το ακούς ακόμα και για μαραγκούς, τεχνίτες, μαρμαράδες, οπουδήποτε πρωταγωνιστεί η τέχνη και το μεράκι.
Η εύλογη απορία είναι η εξής: Πώς γίνεται, στην εποχή που έχουμε τα πάντα – άπειρη πρόσβαση στη γνώση, πληροφορία, ελεύθερο χρόνο, τεχνολογικές δυνατότητες, χρήματα, βόλεψη, δημοκρατικότερα καθεστώτα και μεγαλύτερο προσδόκιμο ζωής και υγεία – να μην μπορούμε να ανταγωνιστούμε ανθρώπους που υπέφεραν; Ανθρώπους που δούλευαν το διπλάσιο από εμάς, που ήταν αγράμματοι, που δεν είχαν ελεύθερο χρόνο γιατί από παιδιά έκαναν βαριές δουλειές, κι όμως το έργο τους αφήνει τέτοια παρακαταθήκη που εμείς, οι σημερινοί «προνομιούχοι», δεν μπορούμε να τους φτάσουμε ούτε στο μικρό τους δαχτυλάκι;
Ως μελλοντικός ψυχολόγος, και βαδίζοντας ολοένα και πιο βαθιά σε έναν κλάδο όπου η πλειονότητα των συναδέλφων μου μου φέρνει εμετό, θέλω να εξηγήσω αυτό το φαινόμενο. Και η ρίζα του ξεκινά από εμάς τους ίδιους. Από το πώς λειτουργούμε ως γονείς και ως κοινωνία.
Σήμερα ζούμε σε μια ας την πούμε «παιδοκρατία». Μιλώ κυρίως για την Ελλάδα, όπου έχω και τη μεγαλύτερη αλληλεπίδραση, αλλά είμαι βέβαιος πως η ίδια νοοτροπία διαβρώνει και την υπόλοιπη Ευρώπη μέσα από τη μάστιγα της λεγόμενης woke κουλτούρας. Τι να πρωτοπώ, τα περισσότερα είναι βιωματικά. Τα έζησα στο σχολείο, στις αθλητικές δραστηριότητες, στη δουλειά.
Όλα ξεκίνησαν από τον πόλεμο κατά της αριστείας. Επικράτησε η αντίληψη ότι ο άριστος είναι το «φυτό», το «σπασικλάκι». Ποια ήταν η λύση του συστήματος; Να πολεμήσουμε τον πρώτο. Να τον κρατήσουμε σε ένα τμήμα να περιβάλλεται από μέτριους, να προσαρμόσουμε το μάθημα στον μέσο όρο για να βγαίνει η ύλη όμορφα και ωραία, να κάνουμε τη δουλίτσα μας και να πάμε σπίτια μας.
Πολεμήσαμε τον πρώτο παντού. Αν το παιδί είναι πολύ καλός και στα μαθηματικά και στα αρχαία και στη λογοτεχνία, θα φάει τέτοια καθοδήγηση από γονείς και φροντηστήρια, από τους μεν για να εκπληρωσει απωθημένα, από τους δε για να μπει στη λίστα επιτυχόντων με την πιο βαρβάτη σχολή από θέμα κύρους. Τελικά το παιδί θα ακολουθησει αυτό που το επιβάλλει η εποχή…δηλαδή θα πορευτεί με μοναδικό κρητιριο την προσφορά και τη ζήτηση της αγοράς εργασίας…πιο απλά, που θα βγάζει τα πιο πολλαλεφτά.
Πολεμήσαμε τον πρώτο στον αθλητισμό:Κατεβαίνουν 40-50 παιδάκια σε παιδικά πρωταθλήματα και υιοθετήθηκε η λογική ότι όλοι θα παίρνουν χρυσό μετάλλιο, για να μη στενοχωρηθούν οι δεύτεροι, οι τρίτοι, και οι τελευταίοι. Ας επιβραβεύσουμε και τον τελευταίο! Επιβραβεύουμε το τίποτα. Μέχρι και τη σημαία στις παρελάσεις τη βάλαμε σε κλήρωση για να μη νιώσει άσχημα ο λιγότερο ικανός μαθητής.
Βλέπουμε γονείς – και συχνά υπερπροστατευτικές μητέρες – να πηγαίνουν στα σχολεία και να μαλώνουν τον δάσκαλο μπροστά στο παιδί για τους βαθμούς. Να τρέχουν σε παιδοψυχολόγους για να διαχειριστεί ο μικρός Μαξιμιλιανός το 12 στη Λογοτεχνία! Έχω δει με τα μάτια μου σε σχολή πολεμικών τεχνών τον δάσκαλο να λέει με ειλικρίνεια στους γονείς ότι τα παιδιά δεν είναι έτοιμα για τις εξετάσεις της επόμενης ζώνης (λόγω αδιαφορίας ή έλλειψης προσπάθειας), και τους γονείς να του κάνουν παράπονα ότι «δεν έκανε καλή δουλειά» και να τα ξεγράφουν από τη σχολή για να πάνε σε άλλη που ο δάσκαλος θα τους χαιδέψει τ’ άυτια. Βλέπουμε παιδιά 15-16 χρονών με μάυρες ζώνες στις πολεμικές τέχνες δηλαδή Bruce Lee ε; Έχουμε γονείς να παραπονιούνται σε δασκάλους: «πιο σιγά τη γυμναστική, κουράζονται πολύ. Έκανε μια μελανιά και θα τον κρατήσω σπίτι μια βδομάδα». Και ψάχνουν ακόμα εν έτει 2026 προκηρύξεις στο Λιμενικό για το γραφείο, ώστε το καμάρι τους να μην μπει σε καράβι, μην τυχόν και κινδυνέψει. Μην τυχόν και ζοριστεί.
Δεν μπορεί ο σημερινός γονιός να χωνέψει ότι ο δάσκαλος είναι αυτός που αποφασίζει πότε και αν θα προαχθεί κάποιος. Οι σημερινοί γονείς δεν μπορούν να διαχειριστούν την αποτυχία. Βάζω στα παραδείγματα περισσότερο τις μαμάδες, γιατί αυτές φέρνουν συνήθως τα παιδιά στις δραστηριότητες, και στο τέλος μεγαλώνουν αγόρια τα οποία οι ίδιες δεν θα τα ήθελαν με τίποτα για μελλοντικούς συζύγους. Να μην πω για τις παρεμβάσεις γονέων σε στελέχη του στρατού για να εκβιάσουν κατώτερα στελέχη επειδή ζόρισαν τα καμάρια τους. Να μη μιλήσουμε για τους χιλιάδες νέους που δήλωσαν Ι5 «τρελόχαρτο» για να αποφύγουν τον στρατό και μετά πήραν θέσεις ευθύνης στην επαγγελματική τους σταδιοδρομία.
Είναι ένα ολόκληρο σύστημα που πετάει στα σκουπίδια το πιο διδακτικό πράγμα στη ζωή: την αποτυχία.
Παρακολουθώντας συνεντεύξεις του Χατζιδάκι, του Θεοδωράκη, του Ξαρχάκου, του Νταλάρα, και διαβάζοντας για τον Βαμβακάρη και τον Ζαμπέτα, βλέπεις μια ξεκάθαρη διαφορά: Αυτοί οι άνθρωποι είχαν κάνει εκατομμύρια περισσότερα λάθη από τη σημερινή γενιά. Και δεν τα παράτησαν. Ήταν άνθρωποι πονεμένοι που εκτέθηκαν στο ρίσκο, πάλεψαν, έχασαν, προσπάθησαν ξανά, αδικήθηκαν, και τελικά βγήκαν νικητές.
Σήμερα, υπάρχει ένας πληθωρισμός πτυχίων και αριστούχων. Όλοι αποφοιτούν με καλούς βαθμούς. Κάποτε, αν είχες ανώτερη εκπαίδευση, εξέπεμπες σεβασμό. Η κοινωνία ήξερε ότι έχει να κάνει με έναν σοβαρό, μορφωμένο άνθρωπο που έχει κάτι να προσφέρει. Σήμερα, τα πανεπιστήμια απλώς εκπαιδεύουν υπαλλήλους για να καλύψουν τις ανάγκες των μεγαλοεπιχειρηματιών. Και στις δυο περιπτώσεις το πανεπιστήμιο υπαλλήλους έβγαζε αλλά η διαφορά είναι στην ποιότητα ανθρώπου που έχει λάβει τα εφόδια για να προσφέρει στην κοινωνία με όποιον τρόπο μπορεί.
Όπως είπε η καθηγήτρια Ιστορίας Μαρία Ευθυμίου, σε σχετική ερώτηση, η Ελλάδα είναι παγιδευμένη στο τι σημαίνει δήθεν «προοδευτικό» και «συντηρητικό». Είναι μια κατασκευασμένη ταμπέλα που καταστρέφει τη χώρα. Προοδευτικό βαφτίστηκε το να είναι όλα χαλαρά, όλα τα παιδιά να παίρνουν 19 και 20, να μην κουράζονται οι νέοι και να μην αισθάνονται καμία πίεση γύρω τους. Έχουμε τους περισσότερους αριστούχους, ενώ το IQ της χώρας έχει πέσει στο 90.
Όταν αυξάνεται τεχνητά ο αριθμός των αριστούχων, πέφτει η πραγματική τους αξία. Ακριβώς όπως λειτουργεί ο πληθωρισμός στο χρήμα. Το αποτέλεσμα; Ο καθένας που πραγματικά άξιζε να είναι πρώτος στον τομέα του, λέει: «Ρε, δε γαμιέστε όλοι σας, γιατί να προσπαθώ για να με εξισώσετε με τον τελευταίο;» Γι’ αυτό φτάσαμε στην εποχή των social media, όπου οι φελλοί επιπλέουν και βγάζουν χρήμα, και αποκτούν επιρροή ενώ οι άξιοι βρίσκονται χαμηλά.
Πρόσφατα, σε συζήτηση με τη φίλη μου που ,φυσικός 65 ετών που έχει ήδη αφήσει βαθύ αποτύπωμα στην κοινωνία, και είναι πραγματικό πρότυπο μου έθεσε το ερώτημα: γιατί να μην αμείβεται ο δάσκαλος αδρά από το κράτος, ώστε να έχει το κίνητρο να εκπαιδεύσει τα παιδιά μας και να φτιάξει μία καλύτερη κοινωνία;
Δυστυχώς για εμένα η απάντηση είναι τόσο αυτονόητη που με θλίβει πολύ βαθιά.
Αν εξαιρέσουμε το γεγονός ότι αυτό είναι αδύνατο να γίνει λόγω προσφοράς και ζήτησης, και επίσης εξαιρέσουμε ότι τα παιδιά λιγοστεύουν, ας το δούμε στο πλαίσιο αυτού του άρθρου.
Ποιος γονιός θα δεχτεί σήμερα έναν πραγματικό δάσκαλο, που θα πει αλήθειες, θα κάνει το μάθημα ως έχει και δεν θα το προσαρμόσει στους στούρνους; Που θα πει στον γονιό κατάμουτρα «το παιδί σου δεν τραβάει, ας μάθει καμία τέχνη»; Ο γονιός θα χάσει τη γη κάτω απ’ τα πόδια του. Αυτός ο δάσκαλος σήμερα θα κινδύνευε απο μήνυση. Αντί ο πρώτος να είναι πηγή έμπνευσης, το σύστημα της ευαισθησίας έβγαλε στην επιφάνεια τον τελευταίο και τον έκανε πρώτο.
Ενώ οι πραγματικά άξιοι, όπως η φίλη μου, συνεχίζουν να προσφέρουν σοφία, γνώση και ελευθερία έκφρασης (με τον μέσο όρο ηλικίας που την περιτριγυρίζουν να είναι μετά βίας τα 45 έτη, αποδεικνύοντας έτσι τη διαχρονική της αξία), τα σημερινά πρότυπα είναι θλιβερά: Τύποι που κάθονται και τρώνε μπροστά σε μια κάμερα όλη μέρα. Γκουρού που πουλάνε μαθήματα για το πώς να «ρίξεις» γυναίκες. Τύπισσες που διαφημίζουν ημίγυμνες προϊόντα για βάψιμο και ξεβάψιμο για να πάρουν χορηγίες. Οικονομικοί γκουρού που ξέρουν το μυστικό για να γίνεις δισεκατομμυριούχος αλλά θα το πούν μόνο σ εσένα αν πληρώσεις τη συνδρομή.
Έχουμε χάσει εντελώς τη μπάλα στο τι είναι διασκέδαση και τι ψυχαγωγία. Ο κόσμος κυνηγάει μανιωδώς τη διασκέδαση, νομίζοντας ότι άγει την ψυχή του.
Η διασκέδαση είναι παθητική, εξωστρεφής, εφήμερη. Στόχος της είναι να ξεχαστείς, να σκορπίσεις τις σκέψεις σου. Δεν απαιτεί πνευματική προσπάθεια. Είναι το ποτό στο μπαρ, το χαζολόγημα στα social, ή το να χορεύεις τσιφτετέλια στα μπουζουξίδικα πετώντας λουλούδια. Η ψυχαγωγία, αντίθετα, σημαίνει άγω την ψυχή σε κάτι ανώτερο. Απαιτεί συμμετοχή του πνεύματος. Σε αφήνει πλουσιότερο ως άνθρωπο. Είναι μια καλή θεατρική παράσταση, η ανάγνωση ενός βιβλίου, μια ουσιαστική συζήτηση.
Σε μια συνέντευξή του ο Μάνος Χατζιδάκις είπε στην ουσία ότι δεν είναι διασκεδαστής και χέστηκε για το αν διασκεδάζει τον κόσμο με τη μουσική του. Το κάνει για τον εαυτό του, και αν ο κόσμος ψυχαγωγείται, ας παρακολουθήσει με σεβασμό, αλλιώς να σηκωθεί να φύγει. Οι υπόλοιποι δεν είναι άξιοι να με ακούσουν είπε. Πού να το αντιληφθεί αυτό ο σημερινός Έλληνας με το Ναρκισσιστικό σύνδρομο και τη ματαιοδοξία που τον κυριεύει;
Εδώ βρίσκεται η απάντηση στο αρχικό μας ερώτημα. Οι τέχνες σώπασαν, η ποίηση πέθανε και η μουσική έγινε αυτά που ακούμε σήμερα, ακριβώς επειδή η τέχνη προϋποθέτει τριβή. Προϋποθέτει αποτυχία, προσπάθεια, υπομονή, ρίσκο, πόνο, απόρριψη και ξανά αποτυχία.
Όταν φτιάχνεις μια κοινωνία υπερπροστατευμένη, που τρέμει την παραμικρή πίεση· όταν απαγορεύεις στο παιδί να νιώσει την πίκρα της ήττας· όταν βαφτίζεις το μέτριο ως «άριστο» για να μη χαλάσεις τις καρδιές των γονιών, τότε αφαιρείς από τον άνθρωπο το υλικό από το οποίο φτιάχνεται η δημιουργία. Χωρίς αποτυχία, δεν υπάρχει βάθος. Χωρίς πόνο και προσπάθεια, δεν υπάρχουν βιώματα. Και χωρίς βιώματα, δεν υπάρχει τέχνη.
Ο κόσμος καταναλώνει μανιωδώς σκατά. Τρέφεται με σκατά, διψάει για σκατά και του δίνουν σκατά και ειίναι χαρούμενος με αυτό. Και όταν γίνει γονιός σκατά θα δώσει και στο παιδί του.
Η μουσική και τα βιβλία εκφράζουν την εποχή, την κοινωνια. Η Γιουροβίζιον ας πούμε εκφράζει απόλυτα τον σημερινό ευρωπαϊκό πολιτισμό.
Τραγούδια που εκφράζουν το τίποτα της εποχής μας. Θέλει τέχνη και ταλέντο για να εκφράσεις το τίποτα. Κάποτε αυτά τα τραγούδια ήταν υποκουλτούρα…Τώρα είναι τραγουδάρες. Δεν είναι τυχαίο.
Οι άνθρωποι δεν ξέρουν τι να πρωτοακούσουν. Δεν μπορεί να μην βλέπουμε πως δεν βγαίνει ένα τραγούδι να μπει στα στόματα των ανθρώπων και να τους ενώσει. Ακόμα και στα συλλαλητήρια παίζουν τα τραγούδια του ’60 και του ’70. Η μουσική πρέπει να μπορεί να ενωνει τους ανθρώπους. Σήμερα δεν υπάρχει αυτή η μουσική. Ξέρετε γιατί; Γιατί είναι έυκολο. Ναι, όλοι γράφουν μουσική σήμερα. Αλλά ποιος ακούει; Ναι, όλοι γράφουν βιβλία σήμερα. Αλλά ποιος διαβάζει; Ίσως στην παραλία κάτι ελαφρύ…
Κάποιες λειτουργίες του ανθρώπινου εγκεφάλου, οι οποίες κάποτε εκπαιδεύονταν και σφυρηλατούνταν μέσα από τη δυσκολία της ζωής, του αγώνα και της τριβής, σήμερα κοιμούνται επειδή τα πάντα είναι αυτοματοποιημένα και βολικά. Η τέχνη σώπασε, γιατί σώπασε η σκέψη. Σώπασε αυτό το ζωογόνο ροκάνισμα του νου. Λείπει η πνευματική αναζήτηση.
(Η τέχνη θέλει να ματώσεις. Εμείς, όμως, αποφασίσαμε να ντύσουμε τη ζωή μας με αφρολέξ και μαξιλάρια για να μην χτυπήσει κανείς. Αφού λοιπόν ποινικοποιήσαμε την αποτυχία, τον πόνο και την προσπάθεια, ας μην αναρωτιόμαστε γιατί η εποχή μας δεν βγάζει τίποτα της προκοπής. Όταν ζητάς τα πάντα στο πιάτο σημαίνει ότι αφήνεσαι και δεν χαράζεις εσύ το δρόμο σου, στο τέλος θα σου σερβίρουν σκουπίδια και σκατά. Και το χειρότερο; Θα τα φας με όρεξη γιατί θα πονέσει λιγότερο από το να αμφισβητήσεις ότι αυτά είναι σκατά και άρα να πάρεις την ευθύνη να φτιάξεις κάτι καλύτερο).
Psychanic
Σχολιάστε